Γράφει ο Ογκολόγος  Αθανάσιος Καραγιάννης

 

 

 

 

04/05/2017

Η μακροχρόνια λήψη ασπιρίνης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο θανάτου από καρκίνο.

Σύμφωνα με νέα μελέτη στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 130.000 επαγγελματίες υγείας, η μακροχρόνια, τακτική χρήση ασπιρίνης συνδέεται τόσο με τον μειωμένο κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία όσο και με τον μειωμένο κίνδυνο θανάτου συγκεκριμένα από καρκίνο.

Ο κίνδυνος θανάτου ήταν 7% χαμηλότερος για τις γυναίκες και 11% χαμηλότερος για τους άνδρες που χρησιμοποίησαν τακτικά ασπιρίνη σε σύγκριση με τους μη τακτικούς χρήστες ασπιρίνης ενώ ο κίνδυνος θανάτου από καρκίνο ήταν 7% χαμηλότερος για τις γυναίκες και 15% χαμηλότερος για τους άνδρες που χρησιμοποιούσαν τακτικά ασπιρίνη.

Ο διάμεσος χρόνος παρακολούθησης ήταν 32 έτη.

 

Η χρήση ασπιρίνης χωρίς τη επίβλεψη ιατρού πρέπει να αποφεύγεται καθώς υπάρχει κίνδυνος θανατηφόρας αιμορραγίας.

Επιβάλλεται να συμβουλευτείτε τον ιατρό σας.

Διαβάστε περισσότερα στο  http://www.medscape.com/viewarticle/878305

 

 

01/05/2017

Διαχείριση της απώλειας οστικής μάζας που σχετίζεται με τη χορήγηση αναστολέα της αρωματάσης.

Η χορήγηση αναστολέα αρωματάσης ως ορμονοθεραπεία στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες προκαλεί ταχύτερη μείωση της οστικής μάζας κατά 2 με 4 φορές σε σύγκριση με τις γυναίκες που δεν υποβάλλονται σε ανάλογη θεραπεία.

Το αποτέλεσμα είναι ο αυξημένος κίνδυνος καταγμάτων.

 

Στην προσπάθεια να αποφευχθούν τα κατάγματα οι παγκόσμιες κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν περισσότερη άσκηση, συμπληρωματική λήψη ασβεστίου και βιταμίνης D,  τη χορήγηση διφωσφονικών (zoledronιc acid ή denosumab) και την τακτική μέτρηση οστικής πυκνότητας.

 

Διαβάστε περισσότερα στο http://www.medscape.com/viewarticle/879202#vp_1

 

 

20/04/2017 

Στοχευμένη θεραπεία και ανοσοθεραπεία: νέα εποχή στην αντιμετώπιση του καρκίνου

                          

Μετά από πολλές δεκαετίες, αρκετές επιτυχίες αλλά και ακόμα περισσότερες αποτυχίες φαίνεται πως η χρήση της “κλασσικής χημειοθεραπείας” στη καταπολέμηση του καρκίνου φτάνει προς το τέλος της. Οι ερευνητές πλέον, στη προσπάθεια για επινόηση ευρηματικότερων λύσεων, στρέφουν το βλέμμα τους προς τελείως διαφορετική κατεύθυνση και αναζητούν τη λύση για την αντιμετώπιση της νόσου τόσο στη πολύπλοκη σχέση του ανοσοποιητικού μας συστήματος με τα καρκινικά κύτταρα όσο και στην στόχευση συγκεκριμένων μοριακών δομών του καρκινικού κυττάρου.

Δημιουργήθηκε έτσι η έννοια της βιολογικής θεραπείας η οποία περιλαμβάνει κυρίως την στοχευμένη θεραπεία και την ανοσοθεραπεία.

 

Η στοχευμένη θεραπεία κατά του καρκίνου, χρησιμοποιείται ήδη τα τελευταία 10 χρόνια έχοντας αλλάξει θεαματικά τα στατιστικά στοιχεία που αφορούν την επιβίωση των καρκινοπαθών και βασίζεται στην κατανόηση των διαφορών μεταξύ των καρκινικών και των φυσιολογικών κυττάρων.

Τα φάρμακα αυτά στοχεύουν σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του καρκινικού κυττάρου, χαρακτηριστικά που είτε απουσιάζουν από τα φυσιολογικά κύτταρα είτε βρίσκονται σε περιορισμένες ομάδες αυτών.

Είναι κατά κάποιο τρόπο «έξυπνα φάρμακα» γιατί στοχεύουν στα καρκινικά κύτταρα αφήνοντας σχεδόν ανεπηρέαστα τα φυσιολογικά κύτταρα του οργανισμού. Έτσι  η θεραπεία γίνεται από τη μία περισσότερο στοχευμένη και από την άλλη λιγότερο τοξική.

 

Οι βιολογικές θεραπείες όμως δεν ενδείκνυνται για όλους τους ασθενείς με καρκίνο αλλά είναι “κομμένες και ραμμένες” για συγκεκριμένους ασθενείς καθώς τα χαρακτηριστικά των καρκινικών κυττάρων διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Παρατηρείται έτσι συχνά το φαινόμενο, δύο ασθενείς με τον ίδιο τύπο καρκίνου να λαμβάνουν τελείως διαφορετικές θεραπείες.

 

Πως όμως αποφασίζουμε σε ποιόν ταιριάζει μια συγκεκριμένη θεραπεία και σε ποιόν όχι;

 

Όταν ολοκληρωθεί η ιστολογική εξέταση τότε σε πολλές μορφές καρκίνου προχωρούμε σε μοριακή ταυτοποίηση του καρκινικού υλικού. Αυτό σημαίνει ότι βρίσκουμε τα “χαρακτηριστικά μόρια” που λειτουργούν σαν δακτυλικά αποτυπώματα και καθορίζουν την μοναδικότητα του συγκεκριμένου καρκίνου. Με βάσει αυτά επιλέγουμε την κατάλληλη θεραπεία.

 

Σήμερα, η στοχευμένη θεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε σχεδόν όλους τους τύπους καρκίνου.

Η ανοσοθεραπεία αποτελεί μια νέα κατηγορία θεραπείας κατά του καρκίνου που δρα αξιοποιώντας και ενισχύοντας τη φυσιολογική ικανότητα του ανοσοποιητικού μας συστήματος στην καταπολέμηση του καρκίνου ενώ φαίνεται να είναι η πιο ελπιδοφόρα νέα προσέγγιση για τη θεραπεία της νόσου.

 

Η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος για θεραπευτικό όφελος στη καταπολέμηση του καρκίνου αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια στόχο στον τομέα της ανοσολογίας και της ογκολογίας. Μετά από δεκαετίες αλλεπάλληλων απογοητεύσεων,  έχουμε πλέον στα χέρια μας τα πρώτα επιτυχή αποτελέσματα.

 

Αυτό που τα τελευταία χρόνια αλλάζει τα δεδομένα είναι οι ραγδαίες εξελίξεις στον τομέα της μοριακής βιολογίας, της γενετικής και της φαρμακολογίας συνοδευόμενες από σημαντικά επιτεύγματα στη βιοτεχνολογία που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τη βιολογική πολυπλοκότητα, τον τρόπο ανάπτυξης και επιβίωσης του καρκινικού κυττάρου και το μικροπεριβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται, ένα πολύ σημαντικό συστατικό του οποίου είναι το ανοσοποιητικό σύστημα.

 

Φαίνεται λοιπόν πως τα καρκινικά κύτταρα έχουν την ικανότητα να καταστείλουν το ανοσοποιητικό σύστημα.

 

Ερευνητές εντόπισαν στα Τ-λεμφοκύτταρα (κύτταρα του αίματος υπεύθυνα για την άμυνα του οργανισμού μας) και στην αλληλεπίδραση τους με τα καρκινικά κύτταρα, ειδικά “μονοπάτια” ενεργοποίησης και απενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος, κρίσιμης σημασίας για την ικανότητα του να ελέγξει και να περιορίσει την ανάπτυξη του καρκίνου.

Αυτά τα μονοπάτια που αποκαλούνται “σημεία ελέγχου του ανοσοποιητικού” λειτουργούν ως “φρένα” του ανοσοποιητικού και χρησιμοποιούνται υπό φυσιολογικές συνθήκες με σκοπό να περιορίσουν την ένταση και τη διάρκεια των ανοσολογικών απαντήσεων εμποδίζοντας μια υπερβολικά έντονη αντίδραση που θα μπορούσε να βλάψει τα φυσιολογικά κύτταρα. Φαίνεται όμως πως τα καρκινικά κύτταρα μπορούν να πάρουν τον έλεγχο αυτών των “σημείων ελέγχου“ και να τα χρησιμοποιήσουν προς όφελος τους για την καταστολή της ανοσολογικής απάντησης.

Η χρήση ειδικών μονοκλωνικών αντισωμάτων, των επονομαζόμενων “αναστολέων του ανοσοποιητικού σημείου ελέγχου” («immune checkpoint inhibitors») απελευθερώνει το ανοσοποιητικό σύστημα από τα φυσικά του φρένα, επιτρέποντάς του να επιτίθεται και να σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα.

Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το nivolumab, το pembrolizumab, το atezolizumab και το ipilimumab  που έχουν είδη εγκριθεί από την Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) και χρησιμοποιούνται, προς το παρόν, στην  αντιμετώπιση του μελανώματος, του καρκίνου του πνεύμονα, της ουροδόχου κύστης και του καρκίνου του νεφρού.

Ανάλογα φαρμακευτικά σκευάσματα μελετώνται αυτή τη στιγμή σχεδόν σε όλες τις μορφές καρκίνου και αναμένεται να λάβουν έγκριση στο άμεσο μέλλον.

 

Η ενίσχυση της ανοσολογικής απάντησης του οργανισμού κατά των καρκινικών κυττάρων φαίνεται να είναι η πιο συναρπαστική πρόοδος στην αντιμετώπιση του καρκίνου τα τελευταία χρόνια και παρά το γεγονός ότι πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα έχει ήδη αλλάξει τη θεραπευτική προσέγγιση, ενώ αναμένεται πως τα επόμενα χρόνια, μαζί με τη στοχευμένη θεραπεία, θα αντικαταστήσουν πλήρως την “κλασσική” χημειοθεραπεία σε μια νέα, πολλά υποσχόμενη εποχή αντικαρκινικής θεραπείας.