Κληρονομικότητα και Καρκίνος

 

 

Σε αυτή τη σελίδα

 

Εισαγωγή

DNA, γονίδια και χρωμοσώματα 

Τι είναι η μετάλλαξη ενός γονιδίου;

Γονίδια και καρκίνος

Πότε πρέπει να ανησυχούμε;

Τι είναι ένα γενετικό τεστ;

Το σύνδρομο Lynch (καρκίνος παχέος εντέρου και ενδομητρίου)

Κληρονομικός καρκίνος του μαστού και γονιδιακός έλεγχος

Άλλοι τύποι κληρονομικού καρκίνου 

 

Ο καρκίνος είναι μια τόσο συχνή ασθένεια που δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλές οικογένειες παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα μέλη που πάσχουν από αυτή τη νόσο. Ορισμένες μορφές καρκίνου φαίνεται να παρουσιάζονται με μεγαλύτερη συχνότητα σε μερικές οικογένειες. Αυτό μπορεί να προκληθεί από διάφορους παράγοντες. Mπορεί, για παράδειγμα, να συμβαίνει επειδή τα μέλη της οικογένειας έχουν ορισμένους κοινούς παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, το οποίο μπορεί να προκαλέσει πολλούς τύπους καρκίνου ή τις κοινές καθημερινές συνήθειες και τον τρόπο ζωής όπως η παχυσαρκία, οι οποία τείνει να παρουσιάζεται σε περισσότερα μέλη της ίδιας οικογένειας.

 

Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις, ο καρκίνος προκαλείται από ένα ή περισσότερα μεταλλαγμένα γονίδια (με λειτουργία διαφορετική από τη φυσιολογική) που μπορεί να περάσει από γενιά σε γενιά. Αν και αυτό συχνά αναφέρεται ως κληρονομικός καρκίνος, αυτό που είναι κληρονομικό είναι το παθολογικό γονίδιο που μπορεί να οδηγήσει σε καρκίνο και όχι ο ίδιος ο καρκίνος. Μόνο το 5% με 10% όλων των καρκίνων είναι κληρονομικοί και απορρέουν άμεσα από ανωμαλίες ενός γονιδίου (που ονομάζονται μεταλλάξεις) το οποίο κληρονομείται από έναν γονέα.

 

DNA, γονίδια, και χρωμοσώματα

 

Το δε(σ)οξυριβο(ζο)νουκλεϊ(νι)κό οξύ (Deoxyribonucleic acid - DNA) είναι ένα νουκλεϊκό οξύ που περιέχει τις γενετικές πληροφορίες που καθορίζουν τη βιολογική ανάπτυξη και συμπεριφορά όλων των κυττάρων. Η διαμόρφωση των μεγάλων μορίων του DNA στο χώρο έχει τη μορφή δύο επιμήκων αλύσεων, οι οποίες συστρέφονται ελικοειδώς μεταξύ τους.


Το
γονίδιο είναι τμήμα του DNA και αποτελεί τη βασική φυσική μονάδα κληρονομικότητας στους ζωντανούς οργανισμούς, το οποίο περιέχει κωδικοποιημένη μια βιολογική πληροφορία (περιέχει δηλαδή τους κωδικούς για τη δημιουργία των πρωτεϊνών που χρειάζεται το σώμα για να λειτουργήσει), την οποία μεταβιβάζει από το κύτταρο στα θυγατρικά του και κατ΄ επέκταση από τη μια γενιά στην άλλη.

Το χρωμόσωμα είναι μια οργανωμένη δομή DNA και πρωτεϊνών που βρίσκεται στα κύτταρα. Στους ανθρώπους, τα γονίδια βρίσκονται τοποθετημένα σε 23 ζεύγη χρωμοσωμάτων. Από το κάθε ζευγάρι χρωμοσωμάτων το ένα προέρχεται από τη μητέρα και το άλλο από τον πατέρα. Κάθε χρωμόσωμα μπορεί να περιέχει εκατοντάδες ή χιλιάδες γονίδια τα οποία μεταφέρονται από τους γονείς στο παιδί. Τα γονίδια με τα οποία γεννηθήκαμε βρίσκονται σε κάθε κύτταρο στο σώμα μας.



Ο καρκίνος είναι μια ασθένεια που δημιουργείται από τη μη φυσιολογική λειτουργία ενός ή περισσοτέρων γονιδίων. Τα γονίδια, που όπως προαναφέρθηκε είναι τμήματα του DNA, (δεσοξυριβονουκλεϊκό οξύ) περιέχουν τις οδηγίες για τη δημιουργία των πρωτεϊνών που χρειάζεται το σώμα για να λειτουργήσει, το πότε πρέπει να καταστραφούν τα κύτταρα, και το πώς να διατηρηθεί η ισορροπία των κυττάρων στο σώμα μας. Τα γονίδια ελέγχουν τα πάντα στην ανάπτυξη και την εμφάνιση του ανθρώπου, όπως το χρώμα των μαλλιών, το χρώμα των ματιών, το ύψος και πολλά άλλα. Επίσης, μπορεί να επηρεάσει την δυνατότητα ανάπτυξης ορισμένων ασθενειών, όπως ο καρκίνος.

 

Μια ανωμαλία στη δομή και τη λειτουργία ενός γονίδιου ονομάζεται μετάλλαξη.

 

Δύο είναι οι βασικοί τύποι των μεταλλάξεων : οι κληρονομικές και οι επίκτητες (που δημιουργούνται μετά τη γένηση).

 

Οι κληρονομούμενες μεταλλάξεις γονιδίων περνά από το γονέα στο παιδί μέσω του ωαρίου ή του σπέρματος. Αυτές οι μεταλλάξεις βρίσκονται σε κάθε κύτταρο του σώματος.

Οι επίκτητες (σωματικές) μεταλλάξεις δεν είναι παρούσες στο ωάριο ή το σπέρμα. Αυτές οι μεταλλάξεις που αποκτήθηκαν σε κάποιο χρονικό σημείο της ζωή είναι πιο συχνές από τις κληρονομούμενες μεταλλάξεις. Αυτό το είδος της μετάλλαξης εμφανίζεται αρχικά σε ένα κύτταρο και στη συνέχεια μεταφέρεται στα νέα κύτταρα απογόνους αυτού του κυττάρου.

 

Τα γονίδια βρίσκονται σε μακριές "αλυσίδες" του DNA που ονομάζονται χρωμοσώματα. Οι άνθρωποι έχουν 23 ζεύγη χρωμοσωμάτων στον πυρήνα κάθε κυττάρου, έχοντας κληρονομήσει για κάθε ζευγάρι ένα από τον κάθε γονέα. Κάθε χρωμόσωμα μπορεί να περιέχει εκατοντάδες ή χιλιάδες γονίδια τα οποία μεταφέρονται από τους γονείς στο παιδί.

Κάθε κύτταρο στο σώμα μας περιέχει όλα τα γονίδια με τα οποία γεννηθήκαμε. Παρά το γεγονός ότι όλα τα κύτταρα επομένως περιέχουν τα ίδια γονίδια και χρωμοσώματα, διαφορετικά κύτταρα (ή τύποι κυττάρων) χρησιμοποιούν διαφορετικά γονίδια. Για παράδειγμα, τα μυϊκά κύτταρα χρησιμοποιούν ένα διαφορετικό σύνολο γονιδίων από τα κύτταρα του δέρματος. Τα γονίδια που το κύτταρο δεν χρειάζεται είναι απενεργοποιημένα και δεν χρησιμοποιούνται ενώ ενεργοποιούνται τα γονίδια που χρησιμοποιεί.

 

Γονίδια και καρκίνος

 

Τα γονίδια φαίνεται να έχουν 2 σημαντικούς ρόλους στον καρκίνο. Κάποια, που ονομάζονται ογκογονίδια, μπορεί να προκαλέσουν καρκίνο. Άλλα, που είναι γνωστά ως ογκοκατασταλτικά γονίδια, μπορούν να σταματήσουν την ανάπτυξη του καρκίνου.

 

Τα ογκογονίδια είναι μεταλλαγμένες μορφές ορισμένων φυσιολογικών γονιδίων του κυττάρου που ονομάζονται πρωτο-ογκογονίδια. Πρωτο-ογκογονίδια είναι συχνά γονίδια που φυσιολογικά ελέγχουν ην εξέλιξη του κυττάρου και το πόσο συχνά αναπτύσσεται και διαιρείται. Όταν ένα πρωτο-ογκογονίδιο μεταλλάσσεται σε ογκογονίδιο ενεργοποιείται με τρόπο ανεξάρτητο και επομένως αναπτύσσεται εκτός ελέγχου, οδηγόντας στην ανάπτυξη καρκίνου.

 

Τα ογκοκατασταλτικά γονίδια είναι φυσιολογικά γονίδια που επιβραδύνουν την κυτταρική διαίρεση, επιδιορθώνουν λάθη του DNA και καθοδηγούν τα κύτταρα προς τον φυσιολογικό τους θάνατο (μια διαδικασία γνωστή ως απόπτωση ή προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος). Όταν τα ογκοκατασταλτικά γονίδια δεν λειτουργούν σωστά, τα κύτταρα μπορούν να αναπτύσσονται εκτός ελέγχου, κάτι που μπορεί να οδηγήσει την ανάπτυξη καρκίνου.

 

Ένα ογκοκατασταλτικό γονίδιο είναι σαν το πεντάλ του φρένου σε ένα αυτοκίνητο. Εμποδίζει τα φυσιολογικά κύτταρα από το να διαιρούνται πολύ γρήγορα, ακριβώς όπως ένα φρένο συγκρατεί ένα αυτοκίνητο. Όταν αυτά τα γονίδια παρουσιάσουν μια μετάλλαξη, η κυτταρική διαίρεση μπορεί να ξεφύγει από τον συνήθη έλεγχο.

 

Μια σημαντική διαφορά μεταξύ ογκογονίδιων και ογκοκατασταλτικών γονιδίων είναι ότι ογκογονίδια προκύπτουν από την μετάλλαξη (μετά από την οποία ενεργοποιούνται) των πρωτο-ογκογονιδίων, ενώ τα ογκοκατασταλτικά γονίδια προκαλούν καρκίνο όταν αδρανοποιούνται.

 

Ακόμα κι αν κάποιος έχει γεννηθεί με υγιή γονίδια, μερικά από αυτά μπορούν να μεταλλαχθούν κατά τη διάρκεια της ζωής του. Αυτές οι μεταλλάξεις είναι γνωστές ως σποραδικές ή σωματικές, και δεν είναι κληρονομικές. Οι σποραδικές μεταλλάξεις προκαλούν τις περισσότερες περιπτώσεις καρκίνου. Αυτές οι μεταλλάξεις μπορούν να προκληθούν από διάφορες συνήθειες ή περιβαλλοντικούς παράγοντες στους οποίους είμαστε εκτεθειμένοι, συμπεριλαμβανομένων του καπνού του τσιγάρου, της ακτινοβολίας, των ορμονών, της διατροφής (αν και σε πολλές περιπτώσεις, δεν υπάρχει προφανής αιτία). Οι γονιδιακές μεταλλάξεις συσσωρεύονται καθώς γερνάμε, οδηγώντας σε μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου σε μεγαλύτερη ηλικία.

 

Όταν κάποιος έχει κληρονομήσει ένα ανώμαλο αντίγραφο γονιδίου, τα κύτταρα του παρουσιάζουν ήδη με τη γένηση μια καθοριστική μετάλλαξη. Αυτό καθιστά ακόμη πιο εύκολη (και πιο γρήγορη) τη συσσώρευση του αναγκαίου αριθμού μεταλλάξεων που θα οδηγήσει στην ανάπτυξη του καρκίνου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι καρκίνοι που κληρονομούνται τείνουν να εμφανίζονται νωρίτερα στη ζωή από ότι οι καρκίνοι του ίδιου τύπου που δεν είναι κληρονομικοί.

 

Πότε πρέπει να ανησυχούμε;

 

Όταν περισσότερες περιπτώσεις καρκίνου εμφανίζονται σε μια οικογένεια, πιο συχνά είναι ένα τυχαίο γεγονός ή οφείλεται στο ότι τα μέλη της οικογένειας έχουν εκτεθεί σε ένα κοινό καρκινογόνο, όπως για παράδειγμα το κάπνισμα. Λιγότερο συχνά, αυτοί οι καρκίνοι οφείλονται σε μία κληρονομική μετάλλαξη ενόσ γονιδίου.

 

Πρέπει να υποπτευθούμε την ύπαρξη ενός παθολογικού γονίδιου σε μια οικογένεια, όταν:

 

Περισσότεροι συγγενείς πρώτου βαθμού (μητέρα, πατέρας, αδελφή, αδελφός) εμφανίζουν καρκίνο, και κυρίως το ίδιο είδος καρκίνου.

Παρατηρούνται στην ίδια οικογένεια πολλές περιπτώσεις ενός ασυνήθιστου ή σπάνιου είδους καρκίνου (όπως ο καρκίνος του νεφρού).

Εμφανίζονται στην ίδια οικογένεια περισσότεροι τύποι καρκίνου που είναι γνωστό ότι συνδέονται με μια μετάλλαξη γονιδίων (για παράδειγμα, καρκίνος του μαστού, των ωοθηκών και του παγκρέατος).

Εμφανίζονται περιπτώσεις καρκίνου σε μικρότερες ηλικίες απ 'ότι συνήθως (όπως ο καρκίνος του παχέος εντέρου σε ηλικία μικρότερη των 30 ετών).

Περισσότερα από ένα είδος καρκίνου παρουσιάζονται σε ένα μόνο μέλος μιας οικογένειας (όπως μια γυναίκα με καρκίνο του μαστού και καρκίνο των ωοθηκών).

Παρουσιάζεται αμφοτερόπλευρος καρκίνος σε ένα μέλος της οικογένειας (όπως και στους δύο νεφρούς ή και τους δύο μαστούς).

Παρουσιάζεται καρκίνος παιδικής ηλικίας σε δύο ή περισσότερα αδέλφια (όπως το σάρκωμα σε ένα αδελφό και μια αδελφή).

Υπάρχει ένα κλινικό εύρημα που συνδέεται με κάποιο κληρονομικό καρκίνο (όπως η ύπαρξη πολλών πολυπόδων του παχέος εντέρου).

Υπάρχει μια γνωστή γενετική μετάλλαξη στην οικογένεια (από ένα ή περισσότερα μέλη της οικογένειας που έχουν ήδη υποβληθεί σε γενετικό τεστ).

 

Πριν αποφασίσετε ότι υπάρχει κληρονομικός καρκίνος στην οικογένειά σας πρέπει να συγκεντρώσετε πρώτα κάποιες πληροφορίες:

 

Ποιος από την οικογένεια παρουσίασε καρκίνο και ποιά είναι η σχέση σας με αυτόν/αυτήν;

Τι τύπος καρκίνου είναι αυτός; Είναι σπάνιος;

Πόσο χρονών ήταν το μέλος της οικογένειας όταν διαγνώστηκε;

Μήπως αυτό το πρόσωπο παρουσίασε περισσότερα από ένα είδος καρκίνου;

Μήπως ήταν καπνιστής/καπνίστρια ή είχε άλλους γνωστούς παράγοντες κινδύνου;

Η εμφάνιση καρκίνου σε κάποιον συγγενή πρώτου βαθμού, όπως ένα γονέα ή αδελφό/ή, είναι πιο ανησυχητική από ότι σε ένα πιο μακρινό συγγενή. Ακόμη και αν ο καρκίνος προήλθε από μια γνωστή μετάλλαξη ενός γονιδίου, η πιθανότητα να περάσει σε εσάς είναι μικρή όταν πρόκειται για μακρινούς συγγενείς.

 

Είναι επίσης σημαντικό να δούμε σε κάθε πλευρά της οικογένειας ξεχωριστά. Κάποιος που έχει δύο συγγενείς με καρκίνο παρουσιάζει μεγαλύτερο κίνδυνο εάν αυτοί σχετίζονται μεταξύ τους, δηλαδή εάν βρίσκονται και οι δύο στην ίδια πλευρά της οικογένειας. Για παράδειγμα, εάν δύο αδέλφια της μητέρας σας παρουσίασαν καρκίνο σημαίνει ότι εσείς έχετε μεγαλύτερο κίνδυνο από ότι εάν ο ένας ήταν αδελφός του πατέρα και ο άλλος αδελφός της μητέρας σας.

 

Ο τύπος του καρκίνου είναι επίσης σημαντικός. Περισσότερες από μία περίπτωσης από την ίδια σπάνια μορφή καρκίνου προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία από ότι παρουσία μιας πιο κοινής μορφής καρκίνου. Επίσης, η ύπαρξη του ίδιου τύπου καρκίνου σε περισσότερους συγγενείς είναι περισσότερο ανησυχητική απ' ότι η παρουσία διαφορετικών τύπων καρκίνου σε περισσότερους συγγενείς. Παρόλα αυτά, σε κάποια οικογενή νεοπλασματικά σύνδρομα ορισμένα διαφορετικά είδη καρκίνου φαίνεται να εμφανίζονται μαζί. Για παράδειγμα, ο καρκίνος του μαστού και ο καρκίνος των ωοθηκών εμφανίζονται σε συνδιασμό στις οικογένειες με κληρονομικό σύνδρομο καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών (hereditary breast and ovarian cancer syndrome, HBOC). Ο καρκίνος του παχέος εντέρου και του ενδομητρίου τείνουν να σχετίζονται και να παρουσιάζονται με μεγάλη συχνότητα στο σύνδρομο του κληρονομικού μη πολυποδιασικού ορθοκολικού καρκίνου (HNPCC), γνωστό επίσης ως σύνδρομο Lynch.

 

Η ηλικία του ατόμου όταν διαγνώσθηκε ο καρκίνος είναι επίσης πολύ σημαντική. Για παράδειγμα, ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι σπάνιος σε άτομα κάτω των 30 ετών. Η παρουσία επομένως ενός ή περισσοτέρων συγγενών με καρκίνο του παχέος εντέρου κάτω των 30 ετών θα μπορούσε να είναι ένδειξη ύπαρξης ενός κληρονομικού νεοπλασματικού συνδρόμου. Από την άλλη πλευρά, ο καρκίνος του προστάτη είναι πολύ συχνός στους ηλικιωμένους άνδρες και έτσι εάν τόσο ο πατέρας όσο και ο αδελφός του παρουσιάσουν καρκίνο του προστάτη σε ηλικία 80 ετών, είναι λιγότερο πιθανό αυτός να οφείλεται σε ένα κληρονομικό σύνδρομο και μάλλον δεν θα μεταφερθεί στον γιό κάποιο ελαττωματικό γονίδιο.

 

Όταν περισσότεροι συγγενείς έχουν τον ίδιο τύπο καρκίνου, είναι σημαντικό να αναρωτηθείτε εάν ο καρκίνος θα μπορούσε να σχετίζεται με το κάπνισμα. Για παράδειγμα, ο καρκίνος του πνεύμονα είναι μια νόσος που συνήθως προκαλείται από το κάπνισμα, έτσι ώστε πολλές περιπτώσεις καρκίνου του πνεύμονα σε μια οικογένεια καπνιστών είναι πιο πιθανό να οφείλεται στο κάπνισμα από ότι σε μια κληρονομική μετάλλαξη ενός γονιδίου.

 

Τι είναι ένα γενετικό τέστ (εξέταση);

 

Γενετικός έλεγχος είναι η ιατρική εξέταση που γίνεται με σκοπό να ανακαλύψουμε τις αλλαγές (μεταλλάξεις) στα γονίδια ή τα χρωμοσώματα ενός ατόμου. Εκατοντάδες διαφορετικές γενετικές εξετάσεις χρησιμοποιούνται σήμερα, και άλλες αναπτύσσονται συνεχώς.

 

Ο γενετικός έλεγχος ως επί το πλείστον γίνεται με σκοπό να προβλέψει την πιθανότητα ανάπτυξης ενός καρκίνου.

Μπορεί επομένως να χρησιμοποιηθεί μετά από τη λήψη προσεκτικού και λεπτομερούς ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, με σκοπό να ανακαλύψουμε εάν ένα άτομο παρουσιάζει μια συγκεκριμένη γονιδιακή μετάλλαξη η οποία είναι γνωστό ότι αυξάνει τον κίνδυνο για μια ορισμένη ασθένεια όπως ο καρκίνος ή με σκοπό να επιβεβαιώσει μια ύποπτη μετάλλαξη σε ένα άτομο ή μια οικογένεια

 

 

Σύνδρομο Lynch

 

Το σύνδρομο Lynch, επίσης γνωστό ως κληρονομικός μη πολυποδίασικός καρκίνος του παχέος εντέρου (HNPCC), είναι ένας τύπος κληρονομικού καρκίνου κυρίως του πεπτικού σωλήνα, αλλά όχι μόνο.

Οι άνθρωποι που παρουσιάζουν το σύνδρομο Lynch έχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου και άλλων τύπων καρκίνου, όπως του ενδομητρίου (μήτρας), του στομάχου, του μαστού, των ωοθηκών, του λεπτού εντέρου, του παγκρέατος, του ουροποιητικού συστήματος, του ήπατος , του νεφρού, και των χοληφόρων.

 

Το σύνδρομο Lynch μπορεί να είναι μια πιθανή διάγνωση στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν πολλαπλές περιπτώσεις καρκίνου στην ίδια πλευρά της οικογένειας. Οι άνθρωποι που παρουσιάζουν το σύνδρομο αυτό έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης πολλαπλών μορφών καρκίνου στη διάρκεια της ζωής του.

Επιπλέον, στις περιπτώσεις αυτές, ο καρκίνος είναι πιο πιθανό να διαγνωσθεί σε νεαρή ηλικία. Η μέση ηλικία ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου σε άτομο με σύνδρομο Lynch είναι τα 45 έτη, σε αντίθεση με τον γενικό πληθυσμό όπου η μέση ηλικία εμφάνισης του ίδιου καρκίνου είναι τα 72.

  

Θεωρούνται υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη κληρονομικού καρκίνου που σχετίζεται με το σύνδρομο Lynch τα άτομα από οικογένειες με (τροποποιημένακριτήρια του Amsterdam):

--Τουλάχιστον τρία μέλη της οικογένειας να έχουν διαγνωστεί με κάποιο καρκίνο που σχετίζεται με το σύνδρομο HNPCC (καρκίνο του παχέος εντέρου, του μαστού, του παγκρέατος, των ωοθηκών, του ενδομητρίου, του λεπτού εντέρου, του ουροποιητικού ή των χοληφόρων) 

--Ένα από τα τρία αυτά μέλη της οικογένειας πρέπει να είναι συγγενείς πρώτου βαθμού (γονείς, παιδιά, ή αδελφός). 

--Τουλάχιστον δύο διαδοχικές γενιές της οικογένειας θα πρέπει να επηρεάζονται. 

--Τουλάχιστον ένας από αυτούς τους συγγενείς πρέπει να έχει διαγνωστεί με καρκίνο πριν την ηλικία των 50 ετών.

  

Τι προκαλεί το σύνδρομο Lynch; 

Η γενετική βάση για την εμφάνιση της νόσου είναι γνωστή. Οι ασθενείς αυτοί κληρονομούν μία μετάλλαξη σε ένα από τα γονίδια που ελέγχουν τη διεργασία επιδιόρθωσης του DNA προσδίδοντας τον μοριακό χαρακτηρισμό της μικροδορυφορικής αστάθειας (MSI). Οι περισσότερες περιπτώσεις προκύπτουν από μετάλλαξη των γονιδίων hMLH1 και hMSH2.

 

Πώς κληρονομείται είναι το σύνδρομο Lynch ;

Φυσιολογικά, κάθε κύτταρο περιέχει δύο αντίγραφα από κάθε γονίδιο: ένα κληρονομείται από τη μητέρα και ένα κληρονομείται από τον πατέρα. Το σύνδρομο Lynch ακολουθεί ένα αυτοσωματικό κυρίαρχο μοτίβο κληρονομικότητας, κατά το οποίο μία μετάλλαξη φτάνει να συμβεί σε ένα μόνο αντίγραφο του γονιδίου για να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης της νόσου. Αυτό σημαίνει ότι ένας γονέας με μια μετάλλαξη γονιδίου μπορεί να περάσει στο παιδί είτε ένα φυσιολογικό γονιδίο είτε ένα μεταλλαγμένο γονίδιο. Ως εκ τούτου, ένα παιδί που έχει ένα γονέα φορέα της μετάλλαξης έχει 50% πιθανότητες να κληρονομήσει τη μετάλλαξη.

 

Πώς γίνεται η διάγνωση του συνδρόμου Lynch;

Το σύνδρομο Lynch είναι πιθανό, αν το οικογενειακό ιστορικό ικανοποιεί τα τροποποιημένα κριτήρια του Άμστερνταμ που αναφέρονται παραπάνω.

Το σύνδρομο Lynch μπορεί να επιβεβαιωθεί με μια εξέταση αίματος. Η εξέταση αυτή μπορεί να προσδιορίσει εάν κάποιος έχει μια μετάλλαξη σε ένα από τα γονίδια που σχετίζονται με το σύνδρομο Lynch. Σήμερα έλεγχος είναι διαθέσιμος για τα MLH1, MSH2 και MSH6 γονίδια.

Για τους ασθενείς με καρκίνο που έχουν οικογενειακό ιστορικό που υποδηλώνει την παρουσία συνδρόμου Lynch, διαγνωστικές εξετάσεις μπορούν να εκτελεστούν απευθείας στον καρκινικό ιστό προκειμένου να προσδιοριστεί η ύπαρξη του συνδρόμου Lynch.



Ποιός είναι ο εκτιμώμενος κινδύνος ανάπτυξης καρκίνου που σχετίζεται με το σύνδρομο Lynch (όταν δηλαδή η ύπαρξη του συνδρόμου έχει διαγνωσθεί);

Καρκίνος του παχέος εντέρου 80%

Καρκίνος του στομάχου 11% έως 19%

Καρκίνος ήπατος και χοληφόρων 2% έως 7%

Καρκίνος του ουροποιητικού συστήματος 4% έως 5%

Καρκίνος του λεπτού εντέρου 1% με 4%

Όγκος εγκεφάλου ή του κεντρικού νευρικού συστήματος 1% έως 3%

 

Ο κίνδυνος ανάπτυξης γυναικολογικού καρκίνου για τις γυναίκες με σύνδρομο Lynch

Καρκίνος του ενδομητρίου 20% έως 60%

Καρκίνος των ωοθηκών 9% σε 12%

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το σύνδρομο Lynch έχει συνδεθεί με υψηλό κίνδυνο και άλλων τύπων καρκίνου, όπως του παγκρέατος και του μαστού.



Ποιες είναι οι διαγνωστικές επιλογές για ανθρώπους με σύνδρομο Lynch;

Είναι σημαντικό να συζητήσετε με το γιατρό σας τις επιλογές ελέγχου, καθώς κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός

-Κολονοσκόπηση κάθε ένα έως δύο χρόνια, η οποία πρέπει να αρχίζει μεταξύ των 20 έως 25 ετών (ή πέντε χρόνια νωρίτερα από την πιο νεαρή ηλικία διάγνωσης καρκίνου στην οικογένεια)

-Περιοδικός έλεγχος με γαστροσκόπηση

-Ετήσια εξέταση για καρκίνο του ουροποιητικού συστήματος

 

Έλεγχος για τις γυναίκες

Ετήσια γυναικολογική εξέταση, τεστ Παπ, διακολπικό υπερηχογράφημα, βιοψία του ενδομητρίου, εξέταση αίματος για το CA-125 και όλα αυτά ξεκινώντας στην ηλικία των 25 έως 30 ετών.

 

Ερωτήσεις προς το γιατρό σας

Ποιός είναι ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου ή άλλων μορφών καρκίνου;

Τι μπορώ να κάνω για να μειώσω τον κίνδυνο αυτό;

Ποιες είναι οι επιλογές μου για τον προσυμπτωματικό έλεγχο;

 

Εάν ανησυχείτε για το οικογενειακό σας ιστορικό ή ότι στην οικογένειά σας μπορεί να υπάρχει το σύνδρομο Lynch:

Μήπως το οικογενειακό μου ιστορικό, αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου ή άλλων μορφών καρκίνου;

Έχει γίνει ο κατάλληλος γονιδιακός έλεγχος στον καρκινικό ιστό που μου αφαιρέθηκε με το χειρουργείο;

 

Κληρονομικός καρκίνος του μαστού και γονιδιάκός έλεγχος

 

 

Κληρονομικός καρκίνος μαστού

 

Περίπου 5% με 10% όλων των καρκίνων οφείλονται σε βλάβες στο γενετικό υλικό (DNA) που κληρονομούνται από τους γονείς. Οι βλάβες αυτές ονομάζονται κληρονομούμενες μεταλλαγές. Ο Κληρονομικός Καρκίνος Μαστού και ο Κληρονομικός Καρκίνος Ωοθηκών οφείλονται στο μεγαλύτερο ποσοστό, σε βλάβες στα γονίδια BRCA1 (~50%) και BRCA2 (~35%). Άνδρες φορείς μεταλλαγών στο BRCA2 έχουν 8% κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού και 20% κίνδυνο για καρκίνο του προστάτη έως την ηλικία των 80. Ένα μικρότερο ποσοστό των περιπτώσεων οφείλεται σε αλλοιώσεις των γονιδίων RAD51C (1.5-4%), PALB2 (~3.4%) και CHECK2 (~2.2%). Η πιθανότητα μεταβίβασης μεταλλαγής από τον γονιό σε κάθε παιδί του είναι 50%.

 

1.Τι είναι τα γονίδια BRCA1 και BRCA2;

 

Τα BRCA1 και BRCA2 είναι ανθρώπινα γονίδια τα οποία ανήκουν σε μια κατηγορία γνωστή ως ογκοκατασταλτικά γονίδια (προστατεύουν δηλαδή από την ανάπτυξη καρκίνου).

Στα φυσιολογικά κύτταρα, αυτά τα γονίδια (BRCA1 και BRCA2) βοηθούν στην εξασφάλιση της σταθερότητας του γενετικού υλικού του κυττάρου (DNA) προλαμβάνοντας την ανεξέλεγκτη κυτταρική ανάπτυξη (κύριο χαρακτηριστικό στην ανάπτυξη του καρκίνου). Η μετάλλαξη αυτών των γονιδίων παρεμποδίζει τη σωστή τους λειτουργία και έχει συνδεθεί με την ανάπτυξη του κληρονομικού καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών.

 

2.Πως αυτές οι δύο γονιδιακές μεταλλάξεις  των BRCA1 και BRCA2 επηρεάζουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου;

 

Με απλά λόγια, μια γονιδιακή μετάλλαξη μπορεί να μεταβάλλει τη φυσιολογική λειτουργία του κυττάρου. Δεν είναι όλες όμως οι γονιδιακές αλλαγές ή μεταλλάξεις επιβλαβείς. Μερικές μπορεί να είναι και ωφέλιμες για τη λειτουργία του κυττάρου, ενώ άλλες μπορεί να μην έχουν κάποια εμφανή επίδραση (ουδέτερες). Οι επιβλαβείς μεταλλάξεις, όπως αυτές των BRCA1 και BRCA2, μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο ενός ατόμου να αναπτύξει μια ασθένεια, όπως ο καρκίνος.

 

Ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού ή / και των ωοθηκών κατά τη διάρκεια της ζωής μιας γυναίκας αυξάνεται σημαντικά όταν κληρονομεί μία επιβλαβή μετάλλαξη στα γονίδια BRCA1 ή BRCA2 ακόμη και σε νεαρή ηλικία (πριν από την εμμηνόπαυση), και σε αυτήν την περίπτωση συνήθως τα περισσότερα μέλη της ίδιας οικογένειας διαγιγνώσκονται με τους ίδιους καρκίνους.

 

Οι μεταλλάξεις στο BRCA1 μπορούν επίσης να αυξήσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου της μήτρας, του παγκρέατος, του παχέος εντέρου και άλλων καρκίνων. Ενώ, οι  μεταλλάξεις του BRCA2 μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του παγκρέατος, καρκίνο του στομάχου, της χοληδόχου κύστης και των χοληφόρων αλλά και το μελάνωμα. 

Οι άνδρες, με μεταλλάξεις στα BRCA1 και BRCA2, έχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού και, ενδεχομένως, καρκίνου του παγκρέατος, καρκίνο των όρχεων, και πρώιμη έναρξη καρκίνου του προστάτη. 

 

Η πιθανότητα ένας καρκίνος του μαστού ή / και  των ωοθηκών να συνδέεται με μεταλλάξεις στα BRCA1 ή BRCA2 γονίδια είναι υψηλότερη στις οικογένειες με ιστορικό πολλαπλών περιστατικών καρκίνου του μαστού ή / και των ωοθηκών, με περιπτώσεις ταυτόχρονου καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών στην ίδια γυναίκα, εμφάνιση καρκίνου του μαστού σε άντρα και γενικά εμφάνιση καρκίνου σε μικρή ηλικία.

 

Ωστόσο, αν σε κάποιο μέλος μιας οικογένειας βρεθεί μια τέτοια γονιδιακή μετάλλαξη δεν είναι δεδομένο ότι αυτή έχει κληρονομηθεί σε όλα τα μέλη της ίδιας οικογένειας και δεν συνδέονται όλοι οι καρκίνοι που εμφανίζονται στην ίδια οικογένεια με την παρουσία αυτών των μεταλλάξεων. Επιπλέον, η παρουσία αυτών των μεταλλάξεων σε μια γυναίκα δεν σημαίνει ότι αυτή θα αναπτύξει στο 100% καρκίνο του μαστού ή / και των ωοθηκών.

 

Περίπου το 12% των γυναικών (120 στις 1.000) στον γενικό πληθυσμό, θα αναπτύξει καρκίνο του μαστού κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής τους, σε σύγκριση με περίπου το 40 με 87% των γυναικών (400 με 870 στις 1.000) που έχουν κληρονομήσει μια μετάλλαξη των BRCA1 ή BRCA2 γονιδίων. Με άλλα λόγια, μια γυναίκα που έχει κληρονομήσει μια τέτοιου τύπου μετάλλαξη των γονιδίων BRCA1 ή BRCA2 έχει περίπου 3 έως 7 φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξει καρκίνο του μαστού από ό, τι μια γυναίκα που δεν παρουσιάζει τέτοια μετάλλαξη.

 

Περίπου το 1,4% των γυναικών(14 στις 1.000) θα διαγνωστούν με καρκίνο των ωοθηκών κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής τους,  σε σύγκριση με 16 με 60% στις γυναίκες (160-600 στις 1.000), οι οποίες παρουσιάζουν τις μεταλλάξεις των BRCA1 ή BRCA2 γονιδίων.

 

3.Υπάρχουν διαθέσιμες εξετάσεις για την ανίχνευση των μεταλλάξεων των γονιδίων BRCA1 και BRCA2, και πώς πραγματοποιούνται;

 

Ναι. Διάφορες μέθοδοι είναι διαθέσιμες για την ανίχνευση των μεταλλάξεων των γονιδίων BRCA1 και BRCA2 και πραγματοποιούνται με μια απλή λήψη αίματος. 

Υπάρχουν ειδικά εργαστήρια στην Ελλάδα που πραγματοποιούν αυτή την εξέταση.

 

Η συμβουλευτική επίσκεψη σε έναν ΟΓΚΟΛΟΓΟ επιβάλλεται πριν και μετά από ένα γενετικό τεστ με σκοπό : 

•             την εκτίμηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου βάση του ατομικού και οικογενειακού ιατρικού ιστορικού του ατόμου και του αποτελέσματος της εξέτασης

•             την εκτίμηση της καταλληλότητας του γενετικού ελέγχου και της τεχνικής ακρίβειας του τεστ 

•             την εκτίμηση των ιατρικών και κοινωνικών συνεπειών ενός θετικού ή αρνητικού αποτελέσματος, 

•             την επεξήγηση ενός διφορούμενου αποτελέσματος, 

•             την εκτίμηση και αντιμετώπιση των ψυχολογικών κινδύνων, 

•             την εκτίμηση του κινδύνου μετάδοσης μιας μετάλλαξης στα παιδιά.

 

4.Ποιές γυναίκες θα πρέπει να υποβληθούν στην εξέταση για μεταλλάξεις  των BRCA1 και BRCA2 γονιδίων;

 

Σε μια οικογένεια με παρουσία καρκίνου του μαστού και / ή των ωοθηκών, πρέπει να υποβληθεί στην εξέταση αυτή πρώτα το μέλος της οικογένειας που έχει καρκίνο του μαστού ή των ωοθηκών εφόσον παρουσιάζει κάποιο από τα κριτήρια που αναφέρονται παρακάτω. Εάν αυτό το μέλος παρουσιάζει κάποια μετάλλαξη BRCA1 ή BRCA2, στη συνέχεια μπορούν να ελεγχθούν και άλλα μέλη της οικογένειας προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχουν κληρονομήσει τη μετάλλαξη αυτή.

 

Η πιθανότητα ύπαρξης μιας μετάλλαξης στα BRCA1 ή BRCA2 γονίδια αυξάνεται στις οικογένειες στις οποίες υπάρχουν :

•             δύο συγγενείς πρώτου βαθμού (μητέρα, κόρη ή αδελφή) που έχουν διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού, η μία εκ των οποίων όμως διαγνώστηκε σε ηλικία 50 ετών ή νεότερη.

•             τρείς ή περισσότεροι πρώτου ή δεύτερου βαθμού (γιαγιά ή θεία) συγγενείς που έχουν διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού, ανεξάρτητα από την ηλικία τους κατά τη διάγνωση.

•             πρώτου ή δεύτερου βαθμού συγγενής που έχει διαγνωστεί με καρκίνο του μαστού και καρκίνο ωοθηκών.

•             ένας συγγενής πρώτου βαθμού που έχει διαγνωστεί με καρκίνο και στους δύο μαστούς (αμφοτερόπλευρος καρκίνος του μαστού).

•             δύο ή περισσότεροι πρώτου και δεύτερου βαθμού συγγενείς οι οποίοι έχουν διαγνωστεί με καρκίνο ωοθηκών, ανεξάρτητα από την ηλικία κατά τη διάγνωση.

•             καρκίνος του μαστού σε άντρα συγγενή.

 

 

5. Τι σημαίνει ένα θετικό τεστ για μετάλλαξη των BRCA1 ή BRCA2 γονιδίων;

 

Ένα θετικό αποτέλεσμα δείχνει γενικά ότι ένα άτομο έχει κληρονομήσει μία επιβλαβή μετάλλαξη σε κάποιο από τα BRCA1 ή BRCA2 γονίδια και, ως εκ τούτου, έχει αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ορισμένων καρκίνων, όπως περιγράφεται παραπάνω.

Ωστόσο, ένα θετικό αποτέλεσμα μας παρέχει μόνο την πληροφορία ότι η γυναίκα έχει αυξημένο κίνδυνο (περισσότερες πιθανότητες) να αναπτύξει καρκίνο αλλά δεν μπορεί να μας πει εάν θα αναπτύξει σίγουρα καρκίνο ή πότε. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα αναπτύξουν όλες οι γυναίκες που κληρονομούν μια γονιδιακή μετάλλαξη των BRCA1 ή BRCA2 καρκίνο του μαστού ή των ωοθηκών.

Ένα θετικό αποτέλεσμα μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις για την υγεία αλλά και κοινωνικές συνέπειες για τα μέλη της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών γενεών. Σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες ιατρικές εξετάσεις, οι γενετικές εξετάσεις μπορούν να αποκαλύψουν πληροφορίες όχι μόνο για το άτομο το οποίο εξετάζεται, αλλά και για τους συγγενείς του ατόμου αυτού. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες που κληρονομούν μεταλλάξεις των γονιδίων BRCA1 ή BRCA2, ασχέτως με το εάν αναπτύξουν καρκίνο οι ίδιοι ή όχι, μπορούν να "μεταφέρουν” τις μεταλλάξεις στους γιους και τις κόρες τους. Βεβαίως δεν θα κληρονομήσουν όλα τα παιδιά των ανθρώπων αυτών τις εν λόγω μεταλλάξεις.

 

6. Τι σημαίνει ένα αρνητικό αποτέλεσμα της εξέτασης;

 

Αρνητικό αποτέλεσμα για μεταλλαγή που έχει βρεθεί σε άλλο μέλος της οικογένειας εντάσσει την εξεταζόμενη στον γενικό πληθυσμό σχετικά με τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου.

 

7. Ποιες είναι οι επιλογές σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος της εξέτασης; 

Παρακολούθηση με τακτικό προσυμπτωματικό έλεγχο ο οποίος μας δίνει τη δυνατότητα ανίχνευσης της ασθένειας σε πρώιμο στάδιο. Ο προσυμπτωματικός έλεγχος δεν μεταβάλλει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου αλλά γίνεται με σκοπό να ανακαλυφθεί ο καρκίνος έγκαιρα, σε στάδιο που μπορεί να ιαθεί.

Ο προσυμπτωματικός έλεγχος περιλαμβάνει τη ψηφιακή και όχι την απλή (αναλογική) μαστογραφία, τη μαγνητική μαστογραφία, το υπερηχογράφημα μαστού, την κλινική εξετάσεις του μαστού και την αυτοεξέταση.

Για τον καρκίνο των ωοθηκών, η μέθοδος παρακολούθησης περιλαμβάνει το ενδοκολπικό υπερηχογράφημα, εξετάσεις αίματος για τον καρκινικό δείκτη CA-125, και την τακτική κλινική εξέταση.

Είναι αβέβαιη η αποτελεσματικότητα της παρακολούθησης ως μοναδικός τρόπος αντιμετώπισης στις περιπτώσεις κληρονομικού καρκίνου και το εάν αυτή μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά στο να μειωθεί η πιθανότητα σοβαρής εξέλιξης του.

 

Προφυλακτική Χειρουργική εξαίρεση :

Αυτό το είδος της χειρουργικής επέμβασης περιλαμβάνει την αφαίρεση των "υψηλού κινδύνου" ιστών, προκειμένου να μειωθεί η πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου.

Αυτές οι επεμβάσεις είναι η αμφοτερόπλευρη προφυλακτική μαστεκτομή (αφαίρεση των μαστών σε υγιείς γυναίκες) και η αμφοτερόπλευρη προφυλακτική σαλπιγγοωοθηκεκτομή (απομάκρυνση των σαλπίγγων και ωοθηκών επίσης σε υγιείς γυναίκες). Παρόλη τη φαινομενικά ολοκληρωτική αφαίρεση των ιστών που βρίσκονται σε κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου, μετά τη χειρουργική αφαίρεση παραμένει ένας μικρός κίνδυνος (περίπου 5-10%).

Αυτό συμβαίνει καθώς δεν είναι  εφικτό να αφαιρεθεί ο επικίνδυνος για ανάπτυξη καρκίνου ιστός σε όλη του την έκταση. Έτσι μερικές γυναίκες μπορούν ακόμα να αναπτύξουν καρκίνο του μαστού, καρκίνο των ωοθηκών, ή πρωτοπαθή περιτοναϊκή καρκινωμάτωση (ένα τύπο καρκίνου που είναι παρόμοιος με τον καρκίνο των ωοθηκών), ακόμη και μετά την προφυλακτική χειρουργική επέμβαση.

Σημαντικό ρόλο στην προφύλαξη από την ανάπτυξη καρκίνου σε γυναίκες φορείς των μεταλλάξεων αυτών παίζουν και τα γενικά μέτρα πρόληψης όπως η σωστή διατροφή, η τακτική άσκηση και η αποφυγή όλων των γνωστών παραγόντων κινδύνου.

 

Χημειοπροφύλαξη : 

Η προσέγγιση αυτή περιλαμβάνει τη χρήση φυσικών ή συνθετικών ουσιών με σκοπό να μειωθεί ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου. Για παράδειγμα, η ταμοξιφαίνη είναι ένα φάρμακο που έχει αποδειχθεί σε πολλές κλινικές μελέτες ότι μειώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού κατά περίπου 50% σε προεμμηνοπαυσιακές και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αυτής της νόσου αλλά και στη μείωση της πιθανότητας επανεμφάνισης (υποτροπής) του καρκίνου του μαστού σε γυναίκες που υποβάλλονται σε θεραπεία για έναν ήδη διαγνωσμένο καρκίνο του μαστού.

Αν και υπάρχουν λίγες μελέτες που αξιολογούν την αποτελεσματικότητα της ταμοξιφαίνης σε γυναίκες με μεταλλάξεις στα BRCA1 ή BRCA2, στοιχεία από τρεις μελέτες δείχνουν ότι η ταμοξιφαίνη είναι πράγματι αποτελεσματική σε αυτές τις περιπτώσεις.

Ένα ακόμα φάρμακο, η ραλοξιφαίνη, μετά από μια μεγάλη κλινική μελέτη αποδείχθηκε ότι μειώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης διηθητικού καρκίνου του μαστού στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αυτής της νόσου, κατά περίπου το ίδιο ποσοστό (50%) όπως και η ταμοξιφαίνη. Ως αποτέλεσμα, η χορήγηση ραλοξιφαίνης έχει εγκριθεί με σκοπό τη μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του μαστού στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

 

 Άλλοι τύποι κληρονομικού καρκίνου

 

 

Η Οικογενής Αδενωματώδης Πολυποδίαση (Familial Adenomatosis Polyposis, FAP)

 

Είναι μια μορφή κληρονομούμενου καρκίνου παχέος εντέρου με συχνότητα εμφάνισης περίπου 1:8.000 που αντιστοιχεί συνολικά στο 1% των καρκίνων του εντέρου. Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόσου είναι η εμφάνιση εκατοντάδων έως και χιλιάδων μικρών πολύποδων στο παχύ έντερο οι οποίοι οδηγούν σε καρκίνο (100%) αν δεν αφαιρεθούν. Είναι γνωστό ότι η Οικογενής Πολυποδίαση προκαλείται από κληρονομούμενες  μεταλλαγές στο ογκοκατασταλτικό γονίδιο Adenomatous Polyposis Coli, APC, εκ των οποίων το 30% είναι de novo. Στην εξασθενημένη μορφή FAP (Attenuated FAP, AFAP), τα συμπτώματα είναι εμφανώς πιο ήπια, με λιγότερους πολύποδες και καθυστερημένη ηλικία έναρξης της νόσου. Η πιθανότητα μεταβίβασης μεταλλαγής από τον γονιό σε κάθε παιδί του είναι 50%.

 

 

Κληρονομούμενος Καρκίνος Στομάχου (CDH1)

 

Περίπου 1-3% των γαστρικών καρκίνων προκαλούνται από το κληρονομούμενο καρκινικό σύνδρομο που ονομάζεται Κληρονομούμενος Διάχυτος Γαστρικός Καρκίνος (Hereditary Diffuse Gastric Cancer, HDGC) και οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο για γαστρικό καρκίνο διάχυτου τύπου και λοβιακό καρκίνο μαστού. Το 25-50% των ασθενών με κληρονομούμενο διάχυτο γαστρικό καρκίνο φέρουν κληρονομούμενες μεταλλαγές στο γονίδιο CDH1.

Οι φορείς μεταλλαγών στο συγκεκριμένο γονίδιο έχουν 80% πιθανότητα εμφάνισης γαστρικού καρκίνου μέχρι την ηλικία των 80. Επιπλέον, οι γυναίκες έχουν 60% πιθανότητα ανάπτυξης λοβιακού καρκίνου μαστού μέχρι την ηλικία των 80.

Η ανίχνευση των μεταλλαγών γίνεται με προσδιορισμό της αλληλουχίας DNA (sequencing) του γονιδίου CDH1.

 

Κλινική Χρησιμότητα:

  • Εντοπισμός των ατόμων με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης γαστρικού καρκίνου και λοβιακού καρκίνου του μαστού.
  • Διαφορετική χειρουργική και θεραπευτική προσέγγιση για ασθενείς/φορείς.

 

Επεξήγηση Αποτελεσμάτων και Γενετική Συμβουλή:

  • Το θετικό αποτέλεσμα σημαίνει την εύρεση κληρονομούμενης παθογόνου μεταλλαγής στο γονίδιο CDΗ1 και συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο, για εμφάνιση / επανεμφάνιση γαστρικού καρκίνου και / ή λοβιακού καρκίνου του μαστού.
  • Αρνητικό αποτέλεσμα για μεταλλαγή εντάσσει την/τον εξεταζόμενη/ο στον γενικό πληθυσμό σχετικά με τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου.

 

 

Κληρονομούμενο Μελάνωμα ή/και Καρκίνος Παγκρέατος, Γονίδιο CDKN2A

 

Εκτιμάται ότι το 10% των περιπτώσεων μελανώματος οφείλεται σε κληρονομούμενους παράγοντες. Η πιο κοινή αιτία κληρονομούμενου μελανώματος είναι μεταλλαγές στο γονίδιο p16 ή CDKN2A, οι οποίες προσδίδουν επίσης αυξημένο κίνδυνο για την εμφάνιση καρκίνου του παγκρέατος. Έτσι, φορείς μεταλλαγών στο συγκεκριμένο γονίδιο έχουν κίνδυνο εμφάνισης μελανώματος έως 50% έως την ηλικία των 50 ετών, και 76% έως τα 80. Επιπλέον, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του παγκρέατος είναι 17% έως την ηλικία των 75 ετών.

Η ανίχνευση των μεταλλαγών γίνεται με προσδιορισμό της αλληλουχίας DNA (sequencing) του γονιδίου CDKN2A.

 

Κλινική Χρησιμότητα:

Εντοπισμός των ατόμων με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης μελανώματος και / ή καρκίνου του παγκρέατος.

 

Επεξήγηση Αποτελεσμάτων και Γενετική Συμβουλή:

Το θετικό αποτέλεσμα σημαίνει την εύρεση κληρονομούμενης παθογόνου μεταλλαγής στο γονίδιο CDKN2A και συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση μελανώματος και / ή καρκίνου του παγκρέατος.

Ο ιατρός σας μπορεί να σας εξηγήσει τα αποτελέσματα και να απαντήσει σε οποιασδήποτε απορία σας σχετικά με το αποτέλεσμα.

 

 

Κληρονομούμενος Καρκίνος Παγκρέατος (BRCA2, PALB2)

 

Η συχνότερη αιτία καρκίνου του παγκρέατος σε οικογένειες με πολλαπλές περιπτώσεις καρκίνου παγκρέατος. είναι οι κληρονομούμενες μεταλλαγές στα γονίδια PALB2 και BRCA2. Μελέτες σε φορείς κληρονομούμενων μεταλλαγών στο γονίδιο BRCA2 αναφέρουν κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του παγκρέατος έως και 7% μέχρι την ηλικία των 80 ετών. Γυναίκες φορείς μεταλλαγών στο γονίδιο BRCA2 έχουν επιπλέον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού έως και 84% και 27% για καρκίνο των ωοθηκών έως την ηλικία των 70 ετών. Άνδρες φορείς μεταλλαγών στο BRCA2 έχουν 8% κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού και 20% κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του προστάτη έως την ηλικία των 80. Τέλος, υπάρχει αυξημένη πιθανότητα ανάπτυξης δεύτερου πρωτοπαθούς καρκίνου.

Οικογένειες με πολλαπλές περιπτώσεις καρκίνου του παγκρέατος έχουν βρεθεί να έχουν να έχουν μεταλλαγές στο γονίδιο PALB2. Ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού για φορείς τέτοιων μεταλλαγών, είναι αυξημένος κατά 2-4 φορές σε σύγκριση με το γενικό πληθυσμό, δηλαδή 18-35% έως την ηλικία των 70 ετών. Η πιθανότητα μεταβίβασης μεταλλαγής από τον γονιό σε κάθε παιδί του είναι 50%.

 

Κλινική Χρησιμότητα:

  • Εντοπισμός των ατόμων με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του παγκρέατος καθώς και άλλων καρκίνων όπως μαστού, ωοθηκών και προστάτη και ένταξη τους σε αυξημένο έλεγχο, μεγιστοποιώντας τη φροντίδα τους και  αυξάνοντας αποτελεσματικά την πρώιμη διάγνωση του καρκίνου.
  • Γενετική συμβουλή για τους εξεταζόμενους και τους συγγενείς τους για την αιτιολογία της εμφάνισης καρκίνου στην οικογένειά τους
  • Διαφορετική χειρουργική και θεραπευτική προσέγγιση των ασθενών/φορέων.
  • Εξατομικευμένη θεραπεία για ασθενείς/φορείς.

 

Επεξήγηση Αποτελεσμάτων και Γενετική Συμβουλή:

  • Το θετικό γενετικό τεστ σημαίνει την εύρεση κληρονομούμενης παθογόνου μεταλλαγής στο γονίδιο PALB2 ή BRCA2. Αυτό  συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο του εξεταζόμενου και των συγγενών  για εμφάνιση ή επανεμφάνιση καρκίνου του παγκρέατος, μαστού, ωοθηκών και προστάτη.
  • Αρνητικό αποτέλεσμα για μεταλλαγή που έχει βρεθεί σε άλλο μέλος της οικογένειας εντάσσει τον εξεταζόμενο στον γενικό πληθυσμό σχετικά με τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου.

 

Καρκίνος νεφρού - Σύνδρομο Von Hippel-Lindau (VHL)

 

Το σύνδρομο Von Hippel-Lindau (VHL) είναι ένα κληρονομούμενο σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη αιμαγγειοβλαστώματων στον αμφιβληστροειδή, στον εγκέφαλο και στο νωτιαίο μυελό καθώς και από καλοήθεις και κακοήθεις όγκους, ιδιαίτερα στα νεφρά και στα επινεφρίδια και κύστεις σε πολλά άλλα όργανα. Το σύνδρομο είναι αποτέλεσμα μιας κληρονομούμενης μεταλλαγής στο ογκοκατασταλτικό γονίδιο VHL (Von Hippel-Lindau). Περίπου 80% των ασθενών με σύνδρομο VHL  έχουν κάποιο συγγενή που νοσεί. Παρόλα αυτά στο 20% των περιπτώσεων η μεταλλαγή  είναι de novo, δεν έχει κληρονομηθεί δηλαδή από προηγούμενες γενιές. Η ηλικία εμφάνισης των συμπτωμάτων του συνδρόμου ποικίλει από τη νηπιακή ηλικία μέχρι και την ηλικία των 60-70 ετών. Η μέση ηλικία κλινικής διάγνωσης είναι τα 26 έτη.

Η ανίχνευση των μεταλλαγών γίνεται με προσδιορισμό της αλληλουχίας DNA (sequencing) του γονιδίου VHL.

 

Κλινική Χρησιμότητα:

  • Εντοπισμός ατόμων με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης του συνδρόμου Von Hippel-Lindau (VHL) και ένταξη τους σε αυξημένο έλεγχο των οργάνων που μπορεί να παρουσιάσουν κύστεις ή όγκους εξαιτίας του συνδρόμου σε αμφιβληστροειδή,  κεντρικό νευρικό σύστημα, νεφρά και άλλα.
  • Γενετική Συμβουλή φορέων και των συγγενών τους.
  • Διαφορετική χειρουργική και θεραπευτική προσέγγιση για ασθενείς/φορείς.

 

Επεξήγηση Αποτελεσμάτων και Γενετική Συμβουλή:

  • Το θετικό αποτέλεσμα σημαίνει την εύρεση κληρονομούμενης παθογόνου μεταλλαγής στο γονίδιο VHL και συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση / επανεμφάνιση κύστεων ή νεοπλασιών στον αμφιβληστροειδή, στα νεφρά, στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και σε άλλα όργανα που σχετίζονται με το σύνδρομο VHL.
  • Αρνητικό αποτέλεσμα για μεταλλαγή που έχει βρεθεί σε άλλο μέλος της οικογένειας εντάσσει τον εξεταζόμενο στον γενικό πληθυσμό σχετικά με τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου.