Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας

 

Σύμφωνα με τον νόμο 3418/2005 και ειδικότερα με τα άρθρα 8 «Η ιατρική ως σχέση εμπιστοσύνης και σεβασμού» και 9 «Υποχρεώσεις του γιατρού προς τον ασθενή» :

  • Η συμπεριφορά του γιατρού πρέπει να είναι αρμόζουσα προς την επιστήμη και το λειτούργημά του.
  • Ο γιατρός φροντίζει για την ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης και σεβασμού των απόψεων και της αξιοπρέπειας του ασθενούς.
  • Ο γιατρός δεν παρεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή των ασθενών παρά μόνον όσον απαιτείται για την αποτελεσματική προσφορά των υπηρεσιών του.
  • Ο γιατρός σέβεται τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές, πολιτικές και ηθικές αντιλήψεις του ασθενούς και δεν επηρεάζεται από αυτές κατά την παροχή των υπηρεσιών του.
  • Ο γιατρός δεν εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη του ασθενούς, δεν δημιουργεί ανάρμοστες σχέσεις με τους ασθενείς ή τους συγγενείς τους, δεν ασκεί οικονομικές πιέσεις και δεν αποκαλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες.
  • Όταν παραπέμπει τον ασθενή σε άλλον γιατρό φροντίζει να τον ενημερώσει πλήρως.
  • Ο γιατρός είναι υποχρεωμένος να διευκολύνει τη σύγκλυση ιατρικού συμβουλίου αν το απαιτήσει ο ασθενής ή η οικογένειά του.
  • Ο γιατρός δεν μπορεί να αρνηθεί την προσφορά των υπηρεσιών του για λόγους άσχετους με την επιστημονική του επάρκεια.
  • Ο γιατρός παρέχει τις υπηρεσίες του σε επείγοντα περιστατικά ανεξάρτητα από την ειδικότητά του, την ύπαρξη κατάλληλων μέσων άσκησης της ιατρικής, μέχρις ότου να παραπεμφθεί ο ασθενής στον κατάλληλο γιατρό ή ίδρυμα.
  • Ο γιατρός μπορεί να διακόψει την παροχή των υπηρεσιών του για λόγους προσωπικούς ή επιστημονικούς εφόσον δεν τίθεται σε άμεσο κίνδυνο η ζωή του ασθενούς.

 

Επίσης τα άρθρα 11 «Υποχρέωση ενημέρωσης», 12 «Συναίνεση του ενημερωμένου ασθενή» και 13 «Ιατρικό απόρρητο» του ίδιου νόμου βρίσκονται σε απόλυτη συνάφεια με τις παραγράφους 4 έως 7 του άρθρου 47 του Νόμου 2071/92 για τα δικαιώματα του ασθενούς και ορίζουν τα εξής :

  • Ο γιατρός έχει καθήκον αληθείας προς τον ασθενή ως προς την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της θεραπείας, τις συνέπειες και τις ενδεχόμενες επιπλοκές ώστε ο ασθενής να σχηματίζει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών της κατάστασής του.
  • Ο γιατρός σέβεται την επιθυμία των ατόμων που επιλέγουν να μην ενημερωθούν ή να ζητήσουν από τον γιατρό να ενημερώσει άλλο άτομο που θα υποδείξουν.
  • Ιδιαίτερη προσοχή επιβάλλεται κατά την ενημέρωση για ειδικές επεμβάσεις όπως μεταμοσχεύσεις, αισθητικές ή κοσμητικές επεμβάσεις.
  • Αν ο ασθενής δεν έχει την ικανότητα να συναινέσει στην εκτέλεση ιατρικής πράξης, ο γιατρός τον ενημερώνει όσο είναι δυνατό και ενημερώνει επίσης τα πρόσωπα που έχουν εξουσία να συναινέσουν.
  • Ο γιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς.
  • Οι προϋποθέσεις της έγκυρης συναίνεσης είναι η προηγούμενη πλήρης και κατανοητή ενημέρωση, η ικανότητα συναίνεσης, η συναίνεση να μην είναι αποτέλεσμα πλάνης, απάτης ή απειλής και να μην αντιβαίνει τα χρηστά ήθη, να καλύπτει πλήρως την ιατρική πράξη για το συγκεκριμένο περιεχόμενό της και το χρόνο εκτέλεσης.
  • Κατ’ εξαίρεση δεν απαιτείται συναίνεση σε κατεπείγουσες περιπτώσεις ανάγκης παροχής ιατρικής φροντίδας, σε περίπτωση απόπειρας αυτοκτονίας, σε ανάγκη άμεσης ιατρικής παρέμβασης όταν οι γονείς ανηλίκου ή οι συγγενείς ασθενή, που δεν μπορεί να συναινέσει , αρνούνται την παροχή συναίνεσης.
  • Ο γιατρός οφείλει να τηρεί αυστηρά απόλυτη εχεμύθεια για όσα του αποκαλύπτει ο ασθενής ή υποπίπτουν στην αντίληψή του και να λαμβάνει κάθε μέτρο διαφύλαξης του απορρήτου

 

Στο άρθρο 5 « Ιατρικά πιστοποιητικά και ιατρικές γνωματεύσεις» του ίδιου Νόμου, επιλύεται ένα σημαντικό θέμα για τους ασθενείς που αφορά το δικαίωμά τους στην επιλογή γιατρού ή νοσηλευτικού ιδρύματος.

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 ορίζεται ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις που εκδίδονται νόμιμα έχουν το ίδιο κύρος και την ίδια νομική ισχύ ως προς τις νόμιμες χρήσεις και ενώπιον όλων των αρχών και υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το αν εκδίδονται από γιατρούς που υπηρετούν σε δημόσια νοσοκομεία ή άλλους φορείς ή από ιδιώτες γιατρούς.

Η τελευταία φράση της παραγράφου 1 του άρθρου 5 « Τυχόν ειδικότερες ρυθμίσεις εξακολουθούν να ισχύουν», η οποία επέτρεπε σε υγειονομικές επιτροπές, σε γιατρούς ασφαλιστικών ταμείων κ.ά. να μην δέχονται νόμιμες βεβαιώσεις γιατρών καταργήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 6 του Νόμου 3627/2007 – ΦΕΚ 292/Α΄/24.