Η πρόληψη

στο καρκίνο του μαστού

 

Με τον όρο “Πρόληψη” αναφερόμαστε στα μέτρα που λαμβάνονται, με σκοπό να μειωθεί η πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου. Με την πρόληψη, ο αριθμός των νέων κρουσμάτων καρκίνου σε έναν πληθυσμό μειώνεται, μειώνοντας επομένως και τον αριθμό των θανάτων που προκαλούνται από τον καρκίνο.

Για την αποφυγή νέων κρουσμάτων καρκίνου, οι επιστήμονες έχουν καθορίσει τους παράγοντες κινδύνου και τους προστατευτικούς παράγοντες.

 

Οτιδήποτε αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου χαρακτηρίζεται ως παράγοντας κινδύνου, ενώ οτιδήποτε μειώνει την πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου χαρακτηρίζεται ως προστατευτικός παράγοντας.

 

Ορισμένοι παράγοντες κινδύνου για καρκίνο μπορούν να αποφευχθούν ενώ άλλοι δεν μπορούν. Για παράδειγμα, τόσο το κάπνισμα όσο και οι κληρονομικές μεταλλάξεις ορισμένων γονιδίων, είναι παράγοντες κινδύνου για ορισμένους τύπους καρκίνου, αλλά μόνο το κάπνισμα μπορεί να αποφευχθεί. Η τακτική άσκηση και η υγιεινή διατροφή μπορεί να είναι προστατευτικοί παράγοντες για ορισμένους τύπους καρκίνου. Επομένως η αποφυγή των παραγόντων κινδύνου και η κατανόηση και εφαρμογή των προστατευτικών παραγόντων μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου, αλλά δυστυχώς και πάλι δεν αποκλείουν την εμφάνιση του.

 

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι πρόληψης του καρκίνου, μεταξύ των οποίων:

  • Η αλλαγή του τρόπου ζωής ή των διατροφικών συνηθειών.
  • Η αποφυγή καταστάσεων και συνηθειών που είναι γνωστό ότι προκαλούν καρκίνο.
  • Η λήψη φαρμάκων για τη θεραπεία προκαρκινικών παθήσεων ή η αντιμετώπισή τους με άλλους τρόπους όπως η χειρουργική εξαίρεση.

 

Η αποφυγή των παραγόντων κινδύνου και η εφαρμογή των προστατευτικών παραγόντων μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη του καρκίνου.

 

 

Οι ακόλουθοι παράγοντες κινδύνου  μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού:

 

Τα οιστρογόνα (ενδογενή)

Τα ενδογενή οιστρογόνα είναι ορμόνες που παράγονται από τον οργανισμό. Βοηθούν το σώμα να αναπτυχθεί και να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά του γυναικείου φύλου. Η έκθεση σε οιστρογόνα για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού. Τα επίπεδα οιστρογόνων είναι υψηλότερα κατά τη διάρκεια των ετών που η γυναίκα έχει έμμηνο ρύση.

 

Η έκθεση μιας γυναίκας στα οιστρογόνα αυξάνεται με τους εξής τρόπους:

•             Πρόωρη εμμηνόρροια: η έναρξη της εμμήνου ρύσεως σε ηλικία 11 ετών ή μικρότερη αυξάνει τον αριθμό των ετών που ο μαστός είναι εκτεθειμένος στα οιστρογόνα.

•             Καθυστερημένη εμμηνόπαυση:  η παρουσία εμμήνου ρύσεως σε μεγαλύτερη ηλικία επίσης αυξάνει το χρόνο που ο μαστικός ιστός είναι εκτεθειμένος στα οιστρογόνα.

•             Η απουσία εγκυμοσύνης: επειδή τα επίπεδα οιστρογόνων είναι χαμηλότερα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ο ιστός του μαστού είναι περισσότερο εκτεθειμένος στα οιστρογόνα στις γυναίκες που μένουν έγκυες για πρώτη φορά μετά την ηλικία των 30 ετών ή που δεν θα κυοφορήσουν ποτέ.

 

Ορμονική θεραπεία υποκατάστασης (εξωγενή οιστρογόνα)

Οι ορμόνες που παράγονται όχι από το σώμα, αλλά σε ένα εργαστήριο, ονομάζονται συνθετικές εξωγενείς ορμόνες. Τα οιστρογόνα, η προγεστερόνη ή και τα δύο μαζίμπορούν να δοθούν για την αντικατάσταση των οιστρογόνων που δεν παράγονται πλέον από τις ωοθήκες στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ή τις γυναίκες που τους έχουν αφαιρεθεί οι ωοθήκες. Αυτό ονομάζεται θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT) η οποία προσφέρεται ως μέσον ανακούφισης από τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης – εξάψεις, νυκτερινές εφιδρώσεις, ξηρότητα του κόλπου, μυαλγίες, συναισθηματικές διαταραχές, διαταραχές ύπνου και είναι αποτελεσματική όσον αφορά την πρόληψη της οστικής απώλειας που σχετίζεται με την εμμηνόπαυση μειώνοντας την συχνότητα εμφάνισης καταγμάτων αλλά προσφέροντας και προστασία από τις καρδιαγγειακές παθήσεις οι οποίες αποτελούν τη κύρια αιτία νοσηρότητας και θνητότητας στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Οι γιατροί συνήθως συνταγογραφούν σχήματα μόνο με οιστρογόνα για γυναίκες οι οποίες υπέστησαν υστερεκτομή (αφαίρεση της μήτρας) και συνδυασμούς οιστρογόνων / προγεσταγόνου για γυναίκες των οποίων η μήτρα δεν έχει αφαιρεθεί. Τα προγεσταγόνα έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν την υπερβολική ανάπτυξη της εσωτερικής στοιβάδας της μήτρας (υπερπλασία ενδομητρίου) προστατεύοντας από την ανάπτυξη καρκίνου του ενδομητρίου, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ένας συνδυασμός οιστρογόνων / προγεσταγόνου θεωρείται καταλληλότερος για γυναίκες που δεν έχουν υποβληθεί σε αφαίρεση μήτρας.

Και τα δύο αυτά είδη ορμονών αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού. Οι μελέτες δείχνουν ότι όταν οι γυναίκες σταματήσουν τη λήψη οιστρογόνων σε συνδυασμό με προγεστερόνη, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού μειώνεται.

 

Η έκθεση σε ακτινοβολία

Η ακτινοθεραπεία στον θώρακα, ως θεραπεία του καρκίνου του πνεύμονα ή του λεμφώματος Hodgking, αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, με πιθανότητα εμφάνισής του 10 χρόνια μετά την ολοκλήρωση της ακτινοβολίας και όλη τη διάρκεια της ζωής. Ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού εξαρτάται από τη δόση της ακτινοβολίας και την ηλικία κατά την οποία δίνεται. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος αν η θεραπεία με ακτινοβολία χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της εφηβείας . Για παράδειγμα, η ακτινοθεραπεία χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της νόσου του Hodgking η οποία συχνά παρουσιάζεται στην εφηβεία.

Η ακτινοθεραπεία για τη θεραπεία του καρκίνου στον έναν μαστό δεν φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στον άλλο μαστό.

Για τις γυναίκες που έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης κληρονομικού καρκίνου λόγω μεταλλάξεων στα BRCA1 και  BRCA2 γονίδια, η έκθεση σε ακτινοβολία, ακόμα και από ακτινογραφίες θώρακος, μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού, ιδιαίτερα σε γυναίκες κάτω των 30 ετών.

 

Παχυσαρκία

Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες καθώς ο λιπώδης ιστός είναι σε αυτή την ηλικία θέση παραγωγής οιστρογόνων.

 

Αλκοόλ

Η κατανάλωση αλκοόλ αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Ο κίνδυνος είναι ανάλογος της ποσότητας του αλκοόλ που καταναλώνεται.

 

Ενεργητικό και παθητικό κάπνισμα

Έχει αποδειχθεί ότι το ενεργητικό ή το παθητικό κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού.

 

Κληρονομικός κίνδυνος 

Οι γυναίκες που έχουν κληρονομήσει συγκεκριμένες μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2 (δύο γονίδια που εμπλέκονται στη κληρονομικότητα του καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών) έχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού και αυτός θα αναπτυχθεί σε νεαρότερη ηλικία. Υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου της παρουσίας των συγκεκριμένων μεταλλάξεων με ειδικές μοριακές εξετάσεις.

Περίπου 10% του συνόλου των περιπτώσεων καρκίνου μαστού και καρκίνου ωοθηκών είναι κληρονομικές. Σε φυσιολογικές συνθήκες, τα ογκοκατασταλτικά γονίδια BRCA1 και BRCA2 κωδικοποιούν πρωτεΐνες που παρεμποδίζουν την κακοήθη εξέλιξη των κυττάρων επειδή επιτελούν επιδιορθωτικές λειτουργίες.

 

Ποιες γυναίκες πρέπει να υποβληθούν σε αυτή την εξέταση;

  • Γυναίκες που έχουν παρουσιάσει καρκίνο του μαστού σε νεαρή ηλικία
  • Γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό με ένα τουλάχιστον περιστατικό καρκίνου μαστού πριν την ηλικία των 50 ετών ή δύο περιστατικά ανεξαρτήτως ηλικίας.
  • Γυναίκες που έχουν οικογενειακό ιστορικό με ένα τουλάχιστον περιστατικό καρκίνου ωοθηκών πριν την ηλικία των 50 ετών ή δύο περιστατικά ανεξαρτήτως ηλικίας.
  • Οι άνδρες ασθενείς με καρκίνο του μαστού και οι συγγενείς τους.
  • Οι συγγενείς φορέων μεταλλάξεων.

 

Σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, τακτική παρακολούθηση και προληπτικές εξετάσεις από νεαρή ηλικία (25-35 ετών) επιβάλλονται για τους φορείς μεταλλάξεων, ώστε στην περίπτωση εμφάνισης ή επανεμφάνισης της νόσου η διάγνωση να γίνεται σε πολύ αρχικό στάδιο, αυξάνοντας έτσι τις δυνατότητες θεραπείας.

 

Άτομα που είναι φορείς μεταλλάξεων στα γονίδια BRCA1, BRCA2 παρουσιάζουν πιθανότητες για εκδήλωση καρκίνου του μαστού (έως και 87%) ή των ωοθηκών (έως και 44%) ή και των δύο έως την ηλικία των 70 ετών.

Επιπλέον τα άτομα που είναι φορείς μεταλλάξεων στα γονίδια BRCA1 και BRCA2 και έχουν ήδη νοσήσει έχουν εξαιρετικά αυξημένες πιθανότητες επανεμφάνισης της νόσου.

 

 

Προστατευτικοί παράγοντες που μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού:

 

Η διατροφή

Έχει αποδειχθεί ότι μια διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, υψηλής σε φρούτα και λαχανικά και η αποφυγή του κόκκινου κρέατος προστατεύει από τον καρκίνο του μαστού.

 

Η άσκηση

Η άσκηση τέσσερις ή περισσότερες ώρες την εβδομάδα μπορεί να μειώσει τα επίπεδα των ορμονών και να βοηθήσει στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Η επίδραση της άσκησης στον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού μπορεί να είναι μεγαλύτερη στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, φυσιολογικού ή χαμηλού βάρους.

 

Η μειωμένη έκθεση στα οιστρογόνα

Η μείωση του χρόνου που ο μαστός είναι εκτεθειμένος στα οιστρογόνα βοηθά στην πρόληψη του καρκίνου του μαστού. Η έκθεση στα οιστρογόνα μειώνεται με τους ακόλουθους τρόπους:

 

  • Εγκυμοσύνη: τα επίπεδα των οιστρογόνων είναι χαμηλότερο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού φαίνεται να είναι χαμηλότερος, αν μια γυναίκα έχει την πρώτη της ολοκληρωμένη εγκυμοσύνη πριν από την ηλικία των 30 ετών.
  • Θηλασμός: Τα επίπεδα των οιστρογόνων παραμένουν χαμηλότερα, κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
  • Η αφαίρεση των ωοθηκών : Η ποσότητα των οιστρογόνων που παράγονται από τον οργανισμό μπορεί να μειωθεί σημαντικά με την αφαίρεση μιας ή και των δύο ωοθηκών, τα όργανα δηλαδή που παράγουν τα οιστρογόνα. Επίσης, μπορούν να ληφθούν φάρμακα με σκοπό να μειώσουν την ποσότητα των οιστρογόνων που παράγονται από τις ωοθήκες.
  • Καθυστερημένη έναρξη της εμμήνου ρύσεως: οι κοπέλες που αρχίζουν να έχουν έμμηνο ρύση σε ηλικία 14 ετών και άνω έχουν μειωμένο αριθμό ετών που ο ιστός του μαστού είναι εκτεθειμένος στα οιστρογόνα.
  • Η πρόωρη εμμηνόπαυση : Επίσης μειώνει τον αριθμό των ετών που ο ιστός του μαστού είναι εκτεθειμένος στα οιστρογόνα.

 

Εκλεκτικοί ρυθμιστές των υποδοχέων οιστρογόνων

Οι εκλεκτικοί ρυθμιστές των υποδοχέων οιστρογόνων (SERMs) είναι φάρμακα που δρουν σαν οιστρογόνα σε ορισμένους ιστούς του σώματος, αλλά παρεμποδίζουν την επίδραση των οιστρογόνων σε άλλους ιστούς. Η ταμοξιφαίνη (Nolvadex) είναι ένας SERM που ανήκει στην οικογένεια των φαρμάκων που ονομάζονται αντιοιστρογόνα . Τα αντιοιστρογόνα παρεμποδίζουν ορισμένες επιδράσεις των οιστρογόνων στο σώμα. Η ταμοξιφαίνη μειώνει τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού σε γυναίκες που, για οποιοδήποτε λόγο παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο να εμφανίσουν καρκίνο.

Η λήψη όμως της ταμοξιφαίνης αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης άλλων σοβαρών παθήσεων, συμπεριλαμβανομένων του καρκίνου του ενδομητρίου, εγκεφαλικού επεισοδίου, καταρράκτη, και θρομβώσεων, ιδιαίτερα στους πνεύμονες και τα πόδια. Ο κίνδυνος ανάπτυξης αυτών των καταστάσεων αυξάνει με την ηλικία. Οι γυναίκες ηλικίας κάτω των 50 ετών, οι οποίες έχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού μπορούν να ωφεληθούν τα μέγιστα από τη λήψη ταμοξιφαίνης. Συζητήστε με τον ογκολόγο σας σχετικά με τους κινδύνους και τα οφέλη της λήψης του φαρμάκου αυτού.

Η ραλοξιφαίνη (Evista) είναι ένας άλλος SERM ο οποίος ενδείκνυται για τη θεραπεία και την πρόληψη της οστεοπόρωσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και βοηθά στην πρόληψη του καρκίνου του μαστού. Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπόρωση (μείωση της οστικής πυκνότητας), η ραλοξιφαίνη μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού για τις γυναίκες τόσο υψηλού όσο και χαμηλού κινδύνου εμφάνισης της νόσου. Δεν είναι γνωστό εάν η ραλοξιφαίνη θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα σε γυναίκες που δεν παρουσιάζουν οστεοπόρωση. Όπως και η ταμοξιφαίνη, η ραλοξιφαίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο θρομβώσεων, ειδικά στους πνεύμονες και τα πόδια, αλλά δεν φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του ενδομητρίου.

 

Οι αναστολείς της αρωματάσης

Οι αναστολείς της αρωματάσης μειώνουν τον κίνδυνο των νέων κρουσμάτων ή υποτροπής (επανεμφάνισης) καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ιστορικό καρκίνου του μαστού. Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, που λαμβάνουν αναστολείς αρωματάσης μειώνεται η ποσότητα των οιστρογόνων στον οργανισμό. Πριν από την εμμηνόπαυση, τα οιστρογόνα παράγονται κυρίως από τις ωοθήκες και σε μικρότερη ποσότητα από άλλους ιστούς στο σώμα μιας γυναίκας, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, του λιπώδους ιστού και του δέρματος. Μετά την εμμηνόπαυση, οι ωοθήκες σταματούν να παράγουν οιστρογόνα, αλλά οι άλλοι ιστοί, και κυρίως ο λιπώδης ιστός, συνεχίζουν να τα παράγουν. Οι αναστολείς της αρωματάσης αναστέλλουν τη δράση του ενζύμου που ονομάζεται αρωματάση, η οποία συμμετέχει σε αυτή τη παραγωγή των οιστρογόνων.

 

Η προφυλακτική μαστεκτομή

Μερικές γυναίκες που έχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού, κυρίως λόγω κληρονομικότητας, μπορούν να επιλέξουν να υποβληθούν σε μια προφυλακτική μαστεκτομή (αφαίρεση και των δύο μαστών, όταν ακόμα δεν υπάρχουν ενδείξεις παρουσίας καρκίνου). Ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού μειώνεται αισθητά σε αυτές τις γυναίκες. Ωστόσο, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει μια σοβαρή και ακριβής εκτίμηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου και σίγουρα να έχουν δοθεί όλες οι συμβουλές σχετικά με τις υπόλοιπες πιθανές επιλογές για την πρόληψη πριν από τη λήψη αυτής της απόφασης καθώς σε πολλές γυναίκες, η προφυλακτική μαστεκτομή μπορεί να προκαλέσει άγχος , κατάθλιψη και σοβαρή ανησυχία για την εικόνα του σώματος.

 

Η προφυλακτική ωοθηκεκτομή

Μερικές γυναίκες που έχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού μπορούν να επιλέξουν να υποβληθούν σε μια προφυλακτική ωοθηκεκτομή (η αφαίρεση και των δύο ωοθηκών, όταν ακόμα δεν υπάρχουν ενδείξεις ύπαρξης του καρκίνου). Αυτό μειώνει την ποσότητα των οιστρογόνων στον οργανισμό και μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Ωστόσο, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει μια σοβαρή και ακριβής εκτίμηση του κινδύνου εμφάνισης του καρκίνου και σίγουρα να σας έχουν δοθεί όλες οι συμβουλές σχετικά με τις υπόλοιπες πιθανές επιλογές για την πρόληψη πριν από τη λήψη αυτής της απόφασης.

Η απότομη πτώση των επιπέδων των οιστρογόνων μετά την ωοθηκεκτομή, θα προκαλέσει την εμφάνιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, όπως εξάψεις, διαταραχές ύπνου, άγχος, ευερεθιστότητα και κατάθλιψη. Οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις περιλαμβάνουν τη μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, τη κολπική ξηρότητα και τη μειωμένη οστική πυκνότητα. Αυτά τα συμπτώματα ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των γυναικών.

Τα παρακάτω δεν αποτελούν παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του μαστού ή η συμμετοχή τους στον κίνδυνο εμφάνισης του δεν έχει αποδειχθεί.

 

Έκτρωση

Δεν φαίνεται να υπάρχει σύνδεση μεταξύ της έκτρωσης και του καρκίνου του μαστού.

 

Αντισυλληπτικά

Τελευταίες μελέτες έδειξαν ότι δεν αυξάνεται ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού σε γυναίκες κάτω των 45 ετών που χρησιμοποιούν ή χρησιμοποίησαν στο παρελθόν αντισυλληπτικά , πράγμα που οφείλεται στη χαμηλή περιεκτικότητα των αντισυλληπτικών σκευασμάτων τελευταίας γενιάς σε οιστρογόνα και προγεσταγόνα.

Προσοχή όμως θα πρέπει να δείχνουν οι γυναίκες με κληρονομικό ιστορικό καρκίνου του μαστού, οι οποίες πριν ξεκινήσουν τη χρήση του ‘χαπιού’ θα πρέπει να συμβουλεύονται τον γυναικολόγο τους.

Ιδιαίτερα εκείνες που είναι φορείς του γονιδίου BRCA1, θα πρέπει να προσέχουν ιδιαίτερα, καθώς υπάρχουν διεθνής μελέτες που δείχνουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού με τη χρήση αντισυλληπτικών σε αυτές τις γυναίκες.

Όμως, τα αντισυλληπτικά, εμφανίζουν και προστατευτική δράση έναντι κάποιων περιπτώσεων καρκίνου. Πράγματι, πολυετείς μελέτες έδειξαν ότι γυναίκες που χρησιμοποίησαν το ‘χάπι’ για τουλάχιστον τρία χρόνια εμφάνισαν μείωση του κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου των ωοθηκών κατά 30-50% και μείωση του αντίστοιχου κινδύνου για καρκίνου του παχέος εντέρου κατά 20%.

 

Περιβάλλον

Μελέτες δεν έχουν αποδείξει ότι η έκθεση σε ορισμένες ουσίες του περιβάλλοντος (όπως χημικά, μέταλλα, σκόνη και ρύπανση), αυξάνει τον κίνδυνο του καρκίνου του μαστού.