Σε αυτή τη σελίδα

 

Η ακτινοθεραπεία

Οι παρενέργειες της ακτινοθεραπείας

 



 

Η ακτινοθεραπεία για τον καρκίνο του προστάτη


Η τελευταία δεκαετία υπήρξε μια περίοδος σημαντικής βελτίωσης στην αντιμετώπιση του κλινικά εντοπισμένου καρκίνου του προστάτη (με νόσο περιορισμένη εντός ή γύρο από τη περιοχή του προστάτη), με σημαντική πρόοδο της ακτινοθεραπείας η οποία έχει στόχο τον τοπικό έλεγχο της νόσου (η ακτινοθεραπεία και η χειρουργική επέμβαση έχουν ως στόχο την αντιμετώπιση της νόσου τοπικά στον προστάτη ενώ η χημειοθεραπεία και η ορμονοθεραπεία έχουν ως στόχο τόσο την νόσο στη περιοχή του προστάτη όσο και την αντιμετώπιση των καρκινικών κυττάρων που πιθανώς έχουν διαφύγει προς απομακρυσμένα όργανα και ιστούς του οργανισμού).

Τα ποσοστά ελέγχου της νόσου με την ακτινοθεραπεία εμφανίζονται να είναι παρόμοια με εκείνα μετά την προστατεκτομή ενώ η τοξικότητα της ακτινοβολίας με τις νέες τεχνικές έχει μειωθεί σημαντικά.

 

Η ακτινοθεραπεία μπορεί να δοθεί ως:

-εσωτερική (βραχυθεραπεία), με την εισαγωγή ραδιενεργών εμφυτευμάτων στο εσωτερικό του προστάτη. Σε βραχυθεραπεία μπορούν να υποβληθούν οι ασθενείς στους οποίους η νόσος εντοπίζεται μόνο εντός της προστατικής κάψας (π.χ. όγκοι Τ1 και Τ2). Σε εκείνους τους ασθενείς όπου υπάρχει κίνδυνος διήθησης της κάψας, η βραχυθεραπεία μπορεί να χορηγηθεί σαν συμπληρωματική στην εξωτερική ακτινοθεραπεία.


 

-εξωτερική, με πολύ υψηλές δόσεις ακτίνων X που στοχεύουν τον προστάτη, η πηγή των οποίων βρίσκεται εκτός του σώματος (είναι η πιο συνηθισμένη μορφή ακτινοθεραπείας).

 

Κατά την αντιμετώπιση του προστατικού καρκίνου, η εξωτερική ακτινοθεραπεία μπορεί να δοθεί ως: 

1) ριζική (με σκοπό την ίαση) ακτινοθεραπεία στον προστάτη και τις σπερματοδόχους κύστεις 

2) ριζική ακτινοθεραπεία στον προστάτη και τους πυελικούς λεμφαδένες 

3) ακτινοθεραπεία μετά τη προστατεκτομή 

4) παρηγορητική ακτινοθεραπεία (με κύριο σκοπό την ανακούφιση από πιθανά συμπτώματα) στη περιοχή της πυέλου ή σε μακρινές μεταστάσεις.



 

Η ακτινοθεραπεία με σκοπό τον έλεγχο της νόσου περιορισμένης στο προστάτη ή εκτεταμένης πέραν του προστάτη αλλά περιορισμένη στους ιστούς γύρο από αυτόν μπορεί να συνδιαστεί με τη βραχυπρόθεσμη χορήγηση ορμονικής θεραπείας πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την ακτινοθεραπεία. Σε αυτή τη περίπτωση η ορμονοθεραπεία συμβάλει στη μείωση του μεγέθους του προστάτη ενισχύοντας έτσι το θεραπευτικό αποτέλεσμα της ακτινοθεραπείας.

 

Ο προστάτης βρίσκεται ακριβώς δίπλα σε δύο σημαντικές εσωτερικές ανατομικές δομές: τη ουροδόχο κύστη και το ορθό (τελικό τμήμα του εντέρου). Η ζημιά της ακτινοβολίας σε καθένα απο αυτά τα όργανα, μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά προβλήματα ούρησης και προβλήματα του εντέρου (κυρίως διάρροια).

 

Οι νεότερες τεχνικές ακτινοβόλησης, όπως η IMRT (η μεταβαλλόμενη ως προς την ένταση ακτινοβολία) έχει την ικανότητα καλύτερης στόχευσης του προστάτη προσφέροντας υψηλές δόσεις ακτινοβολίας στον καρκίνο περιορίζοντας αρκετά τις παρενέργειες από την ακτινοβόληση των γύρω οργάνων. Δυστυχώς τα δημόσια νοσοκομεία στερούνται αυτών των νέων τεχνικών ακτινοβόλησης οι οποίες είναι διαθέσιμες σε εξειδικευμένα κέντρα.

 

Ανεξάρτητα από τη μορφή εξωτερικής θεραπείας ακτινοβολίας, οι συνεδρίες της ριζικής ακτινοθεραπείας πραγματοποιούνται συνήθως πέντε ημέρες εβδομαδιαίως για περίπου επτά ή οκτώ εβδομάδες.

Οι βασικές παρενέργειες της ακτινοθεραπείας για τον καρκίνο του προστάτη :

Οι παρενέργειες από τη ακτινοθεραπεία είναι συνήθως περιορισμένες στους ασθενείς που υποβάλλονται σε ριζική θεραπεία. Μετά τη θεραπεία, οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν είτε να οδηγήσουν το αυτοκίνητό τους, είτε να επιστρέψουν στην εργασία τους. Οι περισσότερες από τις παρενέργειες ρυθμίζονται και υποχωρούν με την πάροδο του χρόνου (6-8 εβδομάδες από το τέλος της ακτινοθεραπείας), ενώ ορισμένες (σε ποσοστό 3%–6%) ίσως να επιμείνουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

 

Η ακτινοθεραπεία του προστάτη μπορεί να προκαλέσει σημαντικές παρενέργειες οι οποίες αφορούν την ουροδόχο κύστη, το ορθό και τον πρωκτό.

Είναι πιθανόν να παρουσιαστούν συμπτώματα από την ουροδόχο κύστη όμως αιματουρία (αίμα στα ούρα) ή τύπου κυστίτιδας με συχνουρία με μικρές ποσότητες ούρων (κατά τη διάρκεια της νύχτας ο ασθενής να ξυπνά δύο ή τρεις φορές για να ουρήσει), αίσθημα καύσου (κάψιμο και πόνος) κατά την ούρηση, υπερηβικό πόνο (στην ουροδόχο κύστη) ή δυσουρία (δυσκολία στην ούρηση). Βοηθά εάν κατά τη διάρκεια της ακτινοθεραπείας ο ασθενής λαμβάνει αρκετά υγρά, κυρίως νερό, δύο έως τρία λίτρα την ημέρα. Τα τελευταία υγρά θα πρέπει να λαμβάνονται γύρω στις εννέα το βράδυ προς αποφυγή της ούρησης κατά τη διάρκεια της νύχτας.

 

Η διάρροια επίσης είναι μια συχνή παρενέργεια η οποία εμφανίζεται περί το τέλος της όλης σειράς της ακτινοθεραπείας (έκτη έως έβδομη εβδομάδα) και μπορεί εύκολα να ρυθμιστεί με αντιδιαρροϊκά χάπια και με τη λήψη τροφής χαμηλής περιεκτικότητας σε ίνες (τροφές με χαμηλό υπόλειμμα).

 

Η ακτινοθεραπεία μπορεί επίσης να προκαλέσει κόπωση ειδικά όταν ο ασθενής ξυπνά αρκετές φορές το βράδυ για να ουρήσει. Έτσι συνιστάται κατά την διάρκεια της ακτινοθεραπείας να ξεκουράζεστε όσο περισσότερο μπορείτε.

 

Αυτές οι παρενέργειες υποχωρούν συνήθως τέσσερις με έξι εβδομάδες μετά το τέλος της ακτινοθεραπείας. Ενημερώστε τον ιατρό σας εάν αυτές επιμένουν ή επιδεινώνονται στο χρόνο.

 

Κατά τη διάρκεια της ακτινοθεραπείας, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, είναι σημαντικό να λαμβάνονται αρκετά υγρά και η διατροφή θα πρέπει να είναι υγιεινή, χαμηλής περιεκτικότητας σε ίνες και εμπλουτισμένη με ψηλής περιεκτικότητας σε ενέργεια, ροφήματα και υποκατάστατα, τα οποία διατίθεται στα φαρμακεία.

 

Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της ακτινοθεραπείας στον καρκίνο του προστάτη είναι ότι ο κίνδυνος στυτικής δυσλειτουργίας και ακράτειας ούρων είναι σημαντικά χαμηλότερος σε σύγκριση με τη ριζική προστατεκτομή.

 

Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ακτινοθεραπεία είναι ασφαλής τόσο για όσους την υφίστανται όσο και για το περιβάλλον τους και μπορούν να έρχονται σε αμέσως και σε άμεση επαφή με τα παιδιά ή τα εγγόνια τους.

 

Γενικά, οι παρενέργειες είναι παρόμοιες και στις δύο μορφές ακτινοθεραπείας (εσωτερική και εξωτερική), αλλά είναι λιγότερο συχνές και ίσως μικρότερης έντασης στους ασθενείς που θεραπεύονται με ραδιενεργά σωματίδια (εσωτερική).