Χημειοθεραπεία

 

Η χημειοθεραπεία χορηγείται σε ευνουχοάντοχο, μεταστατικό καρκίνο προστάτη.

 

Ο καρκίνος του προστάτη χαρακτηρίζεται ως ευνουχοάντοχος όταν υπάρχει επιδείνωση της νόσου, η οποία τεκμηριώνεται με αύξηση του PSA ή επιδείνωση των συμπτωμάτων, κατά τη διάρκεια της ορμονοθεραπείας, ενώ έχει επιτευχθεί η βιοχημική ένδειξη του ανδρογονικού αποκλεισμού με την τεστοστερόνη να βρίσκεται σε επίπεδα χαμηλότερα των 0,5 ng/ml (ή < 50 ng/dL).

 

Το PSA, τα συμπτώματα (κυρίως ο πόνος) και η ποιότητα ζωής αποτελούν επομένως έναν αποδεκτό δείκτη για την εξέλιξη του ευνουχοάντοχου καρκίνου και χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των διαφόρων θεραπειών.

 

Ιστορικά, ο καρκίνος αυτός δεν θεωρείται ευαίσθητος στη χημειοθεραπεία, καθώς τα σχετικά αποτελέσματα παλαιότερων μελετών ήταν φτωχά σε σχέση με την επιβίωση.

Εντούτοις νεότερες μελέτες, και ειδικά αυτές που συμπεριέλαβαν το δραστικό παράγοντα δοσεταξέλη, κατέδειξαν σημαντικά υψηλότερες ανταποκρίσεις τόσο με την υποχώρηση της τιμής του PSA όσο και στις αντικειμενικές ανταποκρίσεις (μείωση της έκτασης της νόσου και των συμπτωμάτων), και κατά τρόπο ιδιαίτερα σημαντικό, παράταση της επιβίωσης μέχρι τα δύο χρόνια. 

Η θεραπεία με δοσεταξέλη σε δόση 75mg/m2 κάθε 3 εβδομάδες μαζί με πρεδνιζόνη 5 mg από το στόμα δύο φορές την ημέρα αποτελεί τη βασική θεραπεία και χορηγείται ως θεραπεία πρώτης γραμμής για τον ευνουχοάντοχο μεταστατικό καρκίνο του προστάτη.

(Για περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τη χορήγηση, τις παρενέργειες και τον τρόπο αντιμετώπισης τους βλέπε "δοσεταξέλη"


 

Διφωσφονικά

 

Οι συχνότερες μεταστατικές εστίες από καρκίνο του προστάτη είναι τα οστά και το κυριότερο σύμπτωμά τους είναι ο πόνος, τα κατάγματα και η συμπίεση του νωτιαίου μυελού από μια μεταστατική εστία στη σπονδυλική στήλη. Οι ασθενείς με οστικές μεταστάσεις επωφελούνται από τη χορήγηση διφωσφονικών, καθώς μειώνεται η απώλεια οστικής μάζας και η πιθανότητα καταγμάτων, ενώ παράλληλα ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό και τον οστικό πόνο. (Για περισσότερες λεπτομέριες βλέπε "Διφωσφονικά")


 

ΝΕΟΤΕΡΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ

 

Τα τελευταία χρόνια υπήρξε επιτακτική ανάγκη για διερεύνηση νέων δραστικών παραγόντων στην αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη καθώς, παρά το γεγονός ότι με το χημειοθεραπευτικό σχήμα δοσεταξέλη και πρεδνιζόνη υπήρξε επιμήκυνση της επιβίωσης σε σχέση με παλαιότερες θεραπείες, η επιβίωση αυτή παρέμεινε γύρω στα δύο έτη ενώ μετά από μια πιθανή πρόοδο της νόσου, κατά τη διάρκεια ή μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας αυτής, οι εναλλακτικές λύσεις και οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν ελάχιστες.

 

Εδώ και λίγους μήνες, έχουν εγκριθεί δύο νέα φάρμακα, με πολύ καλά αποτελέσματα, ως δεύτερης γραμμής αγωγή, μετά δηλαδή από την επιδείνωση της νόσου κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με δοσεταξέλη.

  

Νέος κυτταροτοξικός παράγοντας:

 

Η Καμπαζιταξέλη η οποία είναι μία νέα ταξάνη, και έχει επομένως ίδιο μηχανισμό δράσης με την πακλιταξέλη και την δοσεταξέλη, δεσμεύοντας την τουμπουλίνη και σταθεροποιώντας τους μικροσωληνίσκους, εμποδίζοντας επομένως την διαίρεση του κυττάρου.

 

Ενδείκνυται σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη για τη θεραπεία ασθενών με ορμονοάντοχο μεταστατικό καρκίνο του προστάτη που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με δοσεταξέλη. 

Η χρήση της καμπαζιταξέλης θα πρέπει να γίνεται μόνο σε μονάδες που εξειδικεύονται στη χορήγηση κυτταροτοξικών παραγόντων και θα πρέπει να χορηγείται πάντα υπό την επίβλεψη ενός ογκολόγου, δηλαδή ενός ιατρού με εμπειρία στην αντιμετώπιση των καρκίνων και τη χρήση αντικαρκινικής κυτταροτοξικής χημειοθεραπείας. Θα πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμες εγκαταστάσεις και εξοπλισμός για την αντιμετώπιση σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας όπως η υπόταση και ο βρογχόσπασμος.

 

-Προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή:

Το συνιστώμενο σχήμα προκαταρκτικής φαρμακευτικής αγωγής (πριν δηλαδή τη χορήγηση της) θα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν από κάθε χορήγηση της καμπαζιταξέλης με τα ακόλουθα ενδοφλεβίως χορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης αντιδράσεων και της σοβαρότητας τους:

 

• αντιισταμινικό (διφαινυδραμίνη(Benatryl) 25 mg ή διμεθινδένη (Fenistil) 4 mg), 

• κορτικοστεροειδές (δεξαμεθαζόνη 8 mg ή ισοδύναμο) και 

• ανταγωνιστή H2 (ρανιτιδίνη ή ισοδύναμο)

 

Συνιστάται η χορήγηση προφυλακτικής αντιεμετικής αγωγής, η οποία μπορεί να γίνει από του στόματος ή ενδοφλεβίως, ως απαιτείται. 

Σε ολόκληρη τη διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να διασφαλίζεται η επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς, προκειμένου να προλαμβάνονται επιπλοκές όπως η νεφρική ανεπάρκεια.

 

-Δοσολογία:

Η συνιστώμενη δόση της καμπαζιταξέλης είναι 25 mg/m2, χορηγούμενη με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 1 ώρας κάθε 3 εβδομάδες, σε συνδυασμό με από του στόματος πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη 10 mg, χορηγούμενη ημερησίως καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.


-Ανεπιθύμητες ενέργειες: 

Οι συχνότερες, κλινικά σημαντικές αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η ουδετεροπενία (82%), και από τις μη αιματολογικές η διάρροια (47%) και περιφερική νευροπάθεια, oι αναμενόμενες δηλαδή της κατηγορίας των ταξανών και ως εκ τούτου προβλέψιμες και διαχειρίσιμες από τους ειδικούς γιατρούς στη χορήγηση χημειοθεραπείας (ογκολόγους).

 

Η διάμεση συνολική επιβίωση με την καμπαζιταξέλη είναι 15.1 μήνες.


Νέος ανταγωνιστής των ανδρογονικών υποδοχέων :

Πολλές μελέτες έχουν αποδείξει ότι παρά την “ορμονοανθεκτικότητα” την οποία φαίνεται να παρουσιάζει ο ευνουχοάντοχος καρκίνος του προστάτη όταν επιδεινώνεται κατά τη διάρκεια ή επανεμφανίζεται μετά την ολοκλήρωση της ορμονοθεραπείας και/ή της χημειοθεραπείας, τα κύτταρα του προστατικού καρκίνου, συνεχίζουν να εκφράζουν υψηλά επίπεδα ανδρογονικών υποδοχέων. Μία πιθανή θεραπευτική στρατηγική θα μπορούσε να στοχεύει ΚΑΙ ΠΑΛΙ αυτούς τους υποδοχείς ή την παραγωγή της τεστοστερόνης.


αμπιρατερόνη είναι ένας πολύ επιλεκτικός, μη αναστρέψιμος αναστολέας του κυττοχρώματος Ρ-17 (CYP-17).

To CYP-17 (17–α–υδροξυλάση και C17,20 – λυάση) είναι ένα ένζυμο, που είναι υπεύθυνο για την σύνθεση των ανδρογόνων στους όρχεις, στα επινεφρίδια και στον προστάτη. Η αμπιρατερόνη σταματάει επομένως την παραγωγή της τεστοστερόνης από τον οργανισμό.


Ενδείκνυται

σε συνδυασμό με πρεδνιζόνη ή πρεδνιζολόνη για τη θεραπεία του μεταστατικού ανθεκτικού στον ευνουχισμό καρκίνο του προστάτη σε άνδρες των οποίων η νόσος έχει εξελιχθεί κατά τη διάρκεια ή μετά από θεραπεία με χημειοθεραπευτικό σχήμα που περιείχε δοσεταξέλη.


Δοσολογία :

Η συνιστώμενη δόση είναι 1.000 mg (τέσσερα δισκία των 250 mg) ως μεμονωμένη ημερήσια δόση, η οποία δεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί με τροφή (τα δισκία καταπίνονται ολόκληρα με νερό τουλάχιστον δύο ώρες μετά το γεύμα ή τουλάχιστον μία ώρα πριν από το γεύμα). Η λήψη των δισκίων με τροφή αυξάνει τη συστηματική έκθεση στην αμπιρατερόνη.


Η αμπιρατερόνη πρέπει να λαμβάνεται μαζί με χαμηλή δόση πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης. Η συνιστώμενη δόση πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης είναι 10 mg ημερησίως.

 

Τα επίπεδα των τρανσαμινασών (ηπατική λειτουργία) στον ορό πρέπει να μετρηθούν πριν από την έναρξη της θεραπείας, κάθε δύο εβδομάδες για τους πρώτους τρεις μήνες της θεραπείας και στη συνέχεια κάθε μήνα. Η αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα του καλίου στον ορό και η κατακράτηση υγρών πρέπει να παρακολουθούνται σε μηνιαία βάση.

 

Σε περίπτωση παράλειψης μίας ημερήσιας δόσης, είτε της αμπιρατερόνης είτε της πρεδνιζόνης ή πρεδνιζολόνης, αυτή δεν αναπληρώνεται και η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί την επόμενη ημέρα με τη συνήθη ημερήσια δόση.