
Η ανοσοθεραπεία σήμερα χρησιμοποιείται με μεγάλη συχνότητα στη θεραπεία σχεδόν όλων των τύπων καρκίνου, με τη χρήση της κλασικής χημειοθεραπείας να πλησιάζει στο τέλος της. Οι ερευνητές αναζητούν νέες λύσεις, κυρίως εστιάζοντας στη σχέση του ανοσοποιητικού συστήματος με τα καρκινικά κύτταρα. Η ανοσοθεραπεία βασίζεται στη διέγερση του ανοσοποιητικού συστήματος, το οποίο με τη σειρά του καταπολεμά τα καρκινικά κύτταρα, αντί να τα στοχεύει άμεσα μέσω κυτταροτοξικών φαρμάκων όπως η χημειοθεραπεία. Παρά το ότι βρίσκεται ακόμα σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης, τα πρώτα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, με υψηλά ποσοστά επιτυχίας σε καρκίνους όπως του πνεύμονα, νεφρού και μελανώματος, δίνοντας ελπίδα για μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής. Η ανοσοθεραπεία χορηγείται ενδοφλέβια, όπως τα περισσότερα αντικαρκινικά φάρμακα, η χορήγηση διαρκεί μια ώρα και ο ασθενής αμέσως μετά μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του.
Θα εξηγήσουμε αναλυτικά τι είναι η ανοσοθεραπεία, πώς χορηγείται, τι ποσοστά επιτυχίας έχει, ποιες είναι οι παρενέργειές της, καθώς και ποιο είναι το κόστος χορήγησης.
Ο τρόπος της αλληλεπίδρασης (ανοσοεπιτήρηση) του ανοσοποιητικού μας με τα καρκινικά κύτταρα περιγράφεται αναλυτικότερα στο άρθρο «Τι είναι ο καρκίνος».
Τι είναι και πως λειτουργεί η ανοσοθεραπεία;
Η ανοσοθεραπεία έχει έναν τελείως διαφορετικό τρόπο δράσης από τη χημειοθεραπεία και τη στοχευμένη θεραπεία που επίσης χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του καρκίνου.
Το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου είναι το “όπλο” που διαθέτουμε ώστε να προστατευτούμε από οτιδήποτε εχθρικό εισέρχεται στο σώμα μας, όπως τα βακτήρια και οι ιοί, τα οποία μόλις εντοπιστούν από τα κύτταρα του ανοσοποιητικού, εξοντώνονται μέσα από ιδιαίτερα πολύπλοκες διαδικασίες.
Παράλληλα, το ανοσοποιητικό σύστημα έχει κάποιους περιορισμός στη δράση του με σκοπό να αποφεύγεται η καταστροφή των φυσιολογικών κυττάρων του σώματός μας.
Αυτούς τους περιορισμούς συχνά εκμεταλλεύεται και το καρκινικό κύτταρο αποφεύγοντας την εξόντωσή του από το ανοσοποιητικό σύστημα και τους ίδιους περιορισμούς αναιρεί η χρήση της ανοσοθεραπείας έτσι ώστε τα καρκινικά κύτταρα να αναγνωριστούν και να εξοντωθούν.
Με πολύ απλά λόγια, στην επιφάνεια του καρκινικού κυττάρου υπάρχει ένας υποδοχέας (πρωτεΐνη PD-L1) η οποία δένεται σε έναν ανάλογο υποδοχέα (πρωτεΐνη PD-1) ο οποίος υπάρχει στην επιφάνεια του κυττάρου του ανοσοποιητικού συστήματος υπεύθυνο να αναγνωρίσει και να σκοτώσει το καρκινικό κύτταρο. Όταν γίνεται αυτή η σύνδεση, το κύτταρο του ανοσοποιητικού αναγνωρίζει το καρκινικό κύτταρο σαν ένα φυσιολογικό κύτταρο και δεν το εξοντώνει.
Όταν χορηγούμε τα φάρμακα ανοσοθεραπείας, αυτά δένονται σε έναν από τους δύο υποδοχείς, είτε στο PD-1 (Keytruda, Opdivo, Jemperli,Libtayo) είτε στο PD-L1 (Tecentriq, Bavencio, Imfinzi) και παρεμποδίζουν την ένωση του PD-L1 με το PD-1. Σε αυτή τη περίπτωση το ανοσοποιητικό αναγνωρίζει σαν ξένο το καρκινικό κύτταρο, του επιτίθεται και το σκοτώνει. Αυτά τα φάρμακα αποκαλούνται “αναστολείς του ανοσοποιητικού σημείου ελέγχου” («immune checkpoint inhibitors»).
Ένας δεύτερος τρόπος παρεμπόδισης αναγνώρισης του καρκινικού κυττάρου από το ανοσοποιητικό είναι μια παρόμοια σύνδεση υποδοχέων, αλλά αυτή τη φορά μεταξύ δύο κυττάρων του ανοσοποιητικού, του “Τ λεμφοκυττάρου” (υποδοχέας CTLA-4) και του “κυττάρου παρουσίασης αντιγόνου” (υποδοχέας B.7). Τα φάρμακα ανοσοθεραπείας Yervoy και Imjudo, παρεμποδίζουν αυτή την ένωση, οδηγώντας στην αναγνώριση και τον θάνατο του καρκινικού κυττάρου. Τα δύο αυτά φάρμακα, προς το παρόν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με τα αντι-PD-1 ή/και αντι-PD-L1 φάρμακα ανοσοθεραπείας.
Επομένως, η ανοσοθεραπεία φαίνεται να είναι μια πολλά υποσχόμενη θεραπεία κατά του καρκίνου καθώς καταφέρνει να “ξεγυμνώσει” το καρκινικό κύτταρο μπροστά στο ανοσοποιητικό μας σύστημα, φανερώνοντας την πραγματική του φύση, δίνοντας τη δυνατότητα στο ανοσοποιητικό να το αναγνωρίσει και να το σκοτώσει.
Πώς γίνεται η ανοσοθεραπεία;
Η χορήγηση ανοσοθεραπείας είναι μια σχετικά εύκολη διαδικασία, η οποία πραγματοποιείται μόνον με την εισαγωγή του ασθενούς σε κλινική, δηλαδή δεν μπορεί να χορηγηθεί στο σπίτι.
Η ανοσοθεραπεία χορηγείται σχεδόν πάντα μέσω μιας φλέβας (δεν υπάρχει ανοσοθεραπεία σε μορφή χαπιών για από του στόματος χορήγηση) και περνάει κατευθείαν στην κυκλοφορία του αίματος. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Ατεζολιζουμάμπη (TECENTRIQ) η οποία τον Οκτώβριο του 2024 έλαβε έγκριση και μπορεί να χορηγηθεί και υποδορίως (με μια ένεση στο υποδόριο λίπος), χορήγηση που όμως επίσης πρέπει να πραγματοποιείται σε κάποια κλινική.
Ο πιο συνηθισμένος τρόπος χορήγησης ανοσοθεραπείας είναι μέσω ενός φλεβοκαθετήρα. Μια νοσηλεύτρια τοποθετεί ένα μικρό, λεπτό σωληνάκι (φλεβοκαθετήρα) σε μία φλέβα στο χέρι, το οποίο αφαιρείται μετά από κάθε θεραπευτική συνεδρία.
Στους ασθενείς που έχουν υποβληθεί επανειλημμένα και σε άλλου τύπου θεραπείες, όπως η χημειοθεραπεία, μπορεί να τους έχει τοποθετηθεί μια πιο μόνιμη πρόσβαση σε φλέβα όπως μια γραμμή PICC ή ένα Port-a-cath, τα οποία επίσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη χορήγηση ανοσοθεραπείας.
Παρά το γεγονός ότι σπάνια παρουσιάζεται κάποιου τύπου αλλεργία κατά τη διάρκεια της χορήγησης, πριν ξεκινήσετε την κάθε συνεδρία ανοσοθεραπείας ο ογκολόγος σας θα σας χορηγήσει κάποια φάρμακα προκειμένου να μειώσει στο ελάχιστο την πιθανότητα εμφάνισης αλλεργικών αντιδράσεων.
Πόσο διαρκεί η ανοσοθεραπεία και κάθε πότε γίνεται;
Η διάρκεια της κάθε συνεδρίας ανοσοθεραπείας είναι 30 με 60 λεπτά, ανάλογα με το φάρμακο που σας χορηγείται Το κάθε πότε πρέπει να γίνεται η συνεδρία εξαρτάται από τον τύπο του καρκίνου που αντιμετωπίζουμε και το φάρμακο που χρησιμοποιούμε. Συνήθως γίνεται κάθε 2 ή 3 εβδομάδες.
Η συνολική διάρκεια της ανοσοθεραπείας καθορίζεται από δύο κυρίως παράγοντες:
- Την εμφάνιση ή μη παρενεργειών και
- Την αποτελεσματικότητα της θεραπείας στην αντιμετώπιση της νόσου.
Έτσι, ένας άνθρωπος που δεν παρουσιάζει σημαντικές παρενέργειες και η νόσος ανταποκρίνεται στη θεραπεία, μπορεί να συνεχίσει να υποβάλλεται σε ανοσοθεραπεία ακόμα και για 2 ή 3 χρόνια.
Επιπλέον, η συνολική διάρκεια της ανοσοθεραπείας θα εξαρτηθεί και από το στάδιο του καρκίνου. Για παράδειγμα, ένας ασθενής με καρκίνο του πνεύμονα ή του νεφρού σταδίου 3, ο οποίος υποβλήθηκε σε χειρουργική εξαίρεση του όγκου θα λάβει ανοσοθεραπεία για το χρονικό διάστημα ενός έτους, ενώ ένας ασθενής με μεταστατικό καρκίνο του πνεύμονα ή του νεφρού (σταδίου 4) θα υποβληθεί σε ανοσοθεραπεία για πολλά χρόνια.
Το ίδιο σκεπτικό, με μικρές διαφοροποιήσεις, ισχύει για σχεδόν όλους τους τύπους καρκίνου για τους οποίους χρησιμοποιείται η ανοσοθεραπεία, όπως ο καρκίνος του δέρματος (μελάνωμα), ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης, ο καρκίνος στο συκώτι, ο καρκίνος στομάχου, ο καρκίνος μαστού και άλλοι.
Πότε και πού εφαρμόζεται η ανοσοθεραπεία;
Βασικός σκοπός στη χορήγηση μιας οποιασδήποτε μορφής θεραπείας είναι:
- Η θεραπεία αυτή να έχει αποτέλεσμα στην αντιμετώπιση του καρκίνου
- Η ποιότητα ζωής των ανθρώπων που υποβάλλονται σε αυτή τη θεραπεία να μην επηρεαστεί αρνητικά.
Αν και η ανοσοθεραπεία μπορεί πλέον να χορηγηθεί σχεδόν σε όλους τους τύπους καρκίνου και σχεδόν σε όλους τους ασθενείς, υπάρχουν κάποιοι συγκεκριμένοι δείκτες που μας επιτρέπουν να προβλέψουμε το όφελος που μπορεί να έχει η χορήγησή της.
Από τη στιγμή που θα έχουμε στα χέρια μας την ιστολογική εξέταση που μας περιγράφει τον τύπο του καρκίνου που αντιμετωπίζουμε, ο ογκολόγος σας θα ζητήσει μια επιπλέον αξιολόγηση, η οποία γίνεται στον όγκο που αφαιρέθηκε με την βιοψία (δηλαδή τη λήψη ενός μικρού δείγματος από τον όγκο) ή την πλήρη χειρουργική του εξαίρεση.
- Η έκφραση του δείκτη PD-L1 στα καρκινικά κύτταρα. Μετράται ως ποσοστό επί τοις εκατό και οι πιθανές τιμές του κυμαίνονται από <1% έως 100%. Η τιμή <1% σημαίνει ότι ο δείκτης είναι αρνητικός, δηλαδή τα καρκινικά κύτταρα δεν εκφράζουν PD-L1, οπότε η χορήγηση ανοσοθεραπείας μπορεί να μην έχει κανένα θεραπευτικό όφελος, ενώ μια τιμή κοντά στο 100% προφανώς σημαίνει πως ο ασθενής θα ωφεληθεί σημαντικά από την χορήγηση της ανοσοθεραπείας.
- TMB (Tumor Mutational Burden) το οποίο αναφέρεται στον συνολικό αριθμό μεταλλάξεων που υπάρχουν στο γονιδίωμα ενός όγκου. Οι όγκοι με υψηλό φορτίο μεταλλάξεων (≥10 mutations/megabase) μπορεί να έχουν ένα μεγαλύτερο ποσοστό θετικής ανταπόκρισης στην ανοσοθεραπεία από τους όγκους με συγκριτικά χαμηλότερο φορτίο μεταλλάξεων.
- MSI-H/dMMR. Η ύπαρξη υψηλής μικροδορυφορικής αστάθειας (MSI-H) είναι ένας δείκτης που μας επιτρέπει τη χορήγηση ανοσοθεραπείας και με πολύ καλά αποτελέσματα σε όλους τους τύπους καρκίνου.
Ένας δεύτερος παράγοντας που καθορίζει σε ποιους ασθενείς μπορεί να χορηγηθεί η ανοσοθεραπεία είναι το στάδιο του καρκίνου, δηλαδή η έκτασή του τοπικά και η εξάπλωσή του σε άλλα όργανα του σώματος.
Σχεδόν σε όλους τους τύπους καρκίνου, η ανοσοθεραπεία χορηγείται σε νόσο σταδίου 3 (τοπικά προχωρημένη, τις περισσότερες φορές με επέκταση στους λεμφαδένες γύρω από τον όγκο) και σε νόσο σταδίου 4, δηλαδή σε μεταστατικό καρκίνο (ο οποίος έχει μεταφερθεί σε άλλα όργανα ή λεμφαδένες μακριά από το όργανο στο οποίο αναπτύχθηκε ο καρκίνος). Η ανοσοθεραπεία, επί του παρόντος, δεν χορηγείται σε ασθενείς με αρχικού σταδίου καρκίνο (στάδιο 1 και 2).
Παρενέργειες της ανοσοθεραπείας
Παρά το ότι η ανοσοθεραπεία αναφέρεται συχνά ως μια θεραπεία χωρίς παρενέργειες, αυτό δεν ισχύει απόλυτα. Αν και σε μικρό ποσοστό, η ανοσοθεραπεία μπορεί να παρουσιάσει σημαντικές παρενέργειες και σε αρκετές περιπτώσεις παρενέργειες απειλητικές για τη ζωή.
Οι παρενέργειες της ανοσοθεραπείας είναι τελείως διαφορετικές στον τρόπο εμφάνισής τους από εκείνες της χημειοθεραπείας και παρουσιάζονται σαν αυτοάνοσα νοσήματα, καθώς οφείλονται στην ανεξέλεγκτη επίθεση του ανοσοποιητικού μας στα φυσιολογικά κύτταρα.
Έτσι, οι παρενέργειες της ανοσοθεραπείας μπορεί να αφορούν όλα τα όργανα του σώματος, με:
- συχνότερη εμφάνιση στο δέρμα με εμφάνιση δερματίτιδας, το έντερο με εμφάνιση ακόμα και σοβαρής διάρροιας και τους ενδοκρινείς αδένες (όπως ο θυρεοειδής) και
- σοβαρότερες και απειλητικές για τη ζωή παρενέργειες στους πνεύμονες με τη μορφή σοβαρής πνευμονίτιδας με δύσπνοια αλλά και το νευρικό και μυϊκό σύστημα.
Οι παρενέργειες της ανοσοθεραπείας δεν εξαρτώνται από το όργανο στο οποίο εντοπίζεται ο καρκίνος που θεραπεύουμε. Για παράδειγμα ένας ασθενής με καρκίνο του πνεύμονα υπό ανοσοθεραπεία μπορεί να εμφανίσει ως παρενέργεια σοβαρή αυτοάνοση ηπατίτιδα ή έντονες διάρροιες ενώ ένας ασθενής με καρκίνο εντέρου ή ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα να παρουσιάσει σοβαρή πνευμονίτιδα.
Επομένως δεν υπάρχει τρόπος να προβλέψουμε ποιες θα είναι οι πιθανές παρενέργειες. Ο μόνος τρόπος ώστε να αντιμετωπιστούν χωρίς να απειλήσουν τη ζωή του ασθενούς, είναι η στενή επαφή του ανθρώπου που υποβάλλεται σε ανοσοθεραπεία με τον ογκολόγο του, έτσι ώστε ο ιατρός να ενημερώνεται άμεσα για οποιαδήποτε παρενέργεια, όταν αυτή δεν έχει ακόμα παρουσιάσει σοβαρή εξέλιξη, για να μπορεί ο ογκολόγος να την αντιμετωπίσει έγκαιρα και αποτελεσματικά.
Ποσοστά επιτυχίας της ανοσοθεραπείας
Τα ποσοστά επιτυχίας της ανοσοθεραπείας δεν είναι τα ίδια για όλους τους ασθενείς και για όλους τους τύπους καρκίνου και θα εξαρτηθούν κυρίως από τα χαρακτηριστικά του καρκινικού κυττάρου και του όγκου, δηλαδή όπως προαναφέρθηκαν οι δείκτες PD-L1, TMB και MSI-H.
Επίσης, το ποσοστό επιτυχίας θα εξαρτηθεί και από τη δυνατότητα που θα έχουμε να ολοκληρώσουμε σε βάθος χρόνου την ανοσοθεραπεία καθώς σε πολλές περιπτώσεις η εμφάνιση παρενεργειών απειλητικών για τη ζωή του ασθενούς μας επιβάλλει τη διακοπή της θεραπείας.
Ένας επιπλέον παράγοντας από τον οποίο θα εξαρτηθεί η επιτυχία της ανοσοθεραπείας είναι το εάν αυτή χορηγείται μόνη της ή μαζί με χημειοθεραπεία. Προς το παρόν, φαίνεται πως ο συνδυασμός χορήγησης ανοσοθεραπείας και χημειοθεραπείας παρουσιάζει υψηλότερα ποσοστά επιτυχίας στη θεραπεία του καρκίνου σε σχέση με τη χορήγηση μόνο χημειοθεραπείας ή μόνο ανοσοθεραπείας.
Τι εννοούμε όμως στην ογκολογία όταν μιλάμε για ποσοστά επιτυχίας μιας θεραπείας;
Το πρώτο στο οποίο αναφερόμαστε είναι το επί τοις εκατό ποσοστό των ασθενών που θα παρουσιάσουν έστω και το ελάχιστο θετικό αποτέλεσμα (από σταθεροποίηση της νόσου έως την πλήρη εξαφάνισή της).
Συνολικά, θετικό αποτέλεσμα στη χορήγηση ανοσοθεραπείας, θα παρουσιάσει περίπου το 30% των ασθενών (δηλαδή περίπου 1 στους 3). Αυτό όμως που διαφοροποιεί την ανοσοθεραπεία από τη χημειοθεραπεία ή τη στοχευμένη θεραπεία είναι το γεγονός ότι τα θετικά αποτελέσματα της ανοσοθεραπείας εφόσον υπάρξουν, συνήθως είναι θεαματικά με υψηλά ποσοστά ίασης και σε μεγάλο βαθμό ελάττωση των διαστάσεων των όγκων.
Το δεύτερο δεδομένο με το οποίο αξιολογούμε το ποσοστό επιτυχίας μιας θεραπείας είναι το ποσοστό των ασθενών που θα βρίσκονται στη ζωή 2 ή 5 χρόνια μετά τη διάγνωση (διετής και πενταετής επιβίωση). Στις περισσότερες περιπτώσεις, η 5ετής επιβίωση ενός ασθενούς συνεπάγεται προφανώς και πλήρης ίαση από το νόσημα.
Τα ποσοστά 5ετούς και διετούς επιβίωσης τα τελευταία χρόνια έχουν υπερδιπλασιαστεί, γεγονός που οφείλεται στην προσθήκη πολλαπλών νέων φαρμακευτικών σκευασμάτων όπως η ανοσοθεραπεία, στη βελτίωση των χειρουργικών τεχνικών, στην σημαντική αναβάθμιση της ακτινοθεραπείας, στη ευρεία χρήση και βελτίωση διαφόρων τοπικών θεραπειών όπως η θερμική κατάλυση και ο εμβολισμός και βέβαια στη βελτίωση των απεικονιστικών μεθόδων (μαγνητική τομογραφία, αξονική τομογραφία, PET/CT) οι οποίες μας επιτρέπουν την έγκαιρη διάγνωση ενός καρκίνου και των υποτροπών του (επανεμφάνιση μετά από μια αρχικά επιτυχημένη θεραπεία).
Για παράδειγμα, ένας ασθενής με μεταστατικό μελάνωμα παρουσίαζε πριν 10 χρόνια μέση διάρκεια ζωής 6 με 8 μήνες ενώ σήμερα η επιβίωση για ασθενείς με το ίδιο νόσημα ξεπερνά τους 24 μήνες. Ανάλογα αποτελέσματα παρατηρούμε και στον καρκίνο του πνεύμονα, στο συκώτι, στο νεφρό και γενικά σε όλους τους τύπους τους οποίους μπορούμε να προσεγγίσουμε θεραπευτικά με ανοσοθεραπεία και άλλες νέες θεραπευτικές τεχνικές.
Προς το παρόν, αν και βρισκόμαστε ακόμα μακριά από τη δυνατότητα να προσφέρουμε την πλήρη ίαση σε όλους τους ασθενείς, ο καρκίνος σταδιακά μετατρέπεται σε “χρόνιο νόσημα”, δηλαδή ένα νόσημα με το οποίο οι ασθενείς θα ζουν πολλά χρόνια παράλληλα με κάποιου τύπου χρόνια θεραπεία, όπως η ανοσοθεραπεία και με καλή ποιότητα ζωής, κάτι το οποίο ήταν αδύνατο να επιτευχθεί με τη χημειοθεραπεία λόγω τόσο της σοβαρής τοξικότητας της χημειοθεραπείας όσο και της περιορισμένης αποτελεσματικότητάς της σε βάθος χρόνου.
Αξιολόγηση της νόσου κατά τη διάρκεια χορήγησης ανοσοθεραπείας
Όλοι οι άνθρωποι που υποβάλλονται σε κάποιου τύπου θεραπείας για έναν καρκίνο, ακολουθούν παράλληλα και ένα τακτικό πρόγραμμα απεικονιστικής παρακολούθησης με μαγνητική τομογραφία, αξονική τομογραφία ή PET/CT.
Οι ακτινολόγοι, οι οποίοι αξιολογούν τις απεικονιστικές εξετάσεις πρέπει να πάντα να ενημερώνονται για το εάν οι ασθενείς υποβάλλονται σε ανοσοθεραπεία, καθώς τα κριτήρια αξιολόγησης μια εξέτασης ενός ανθρώπου που υποβάλλεται σε ανοσοθεραπεία είναι διαφορετικά από τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται σε εκείνους που υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία.
Αυτό συμβαίνει γιατί η ανοσοθεραπεία προκαλεί στο σημείο που βρίσκεται ο όγκος μια μεγάλης έκτασης φλεγμονή (λόγω της ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού τα κύτταρα άμυνας του σώματός μας συσσωρεύονται στην περιοχή του όγκου προκειμένου να καταπολεμήσουν τα καρκινικά κύτταρα) και οι απεικονιστικές εξετάσεις μπορεί αρχικά να μας δώσουν μια ψευδή και παραπλανητική εικόνα επιδείνωσης της νόσου με αποτέλεσμα τις επακόλουθες λανθασμένες θεραπευτικές επιλογές.
Κόστος της ανοσοθεραπείας και κάλυψη από ΕΟΠΥΥ
Τα φάρμακα της ανοσοθεραπείας, παρά το υψηλό τους κόστος, χορηγούνται ΔΩΡΕΑΝ από τον ΕΟΠΥΥ στους καρκινοπαθείς, δηλαδή με 0% συμμετοχή από τους ασφαλισμένους.
Η διαδικασία ώστε να έχει ένας ασθενής πρόσβαση στην ανοσοθεραπεία περιλαμβάνει την ηλεκτρονική κατάθεση κάποιων δικαιολογητικών από τον ογκολόγο προς τον ΕΟΠΥΥ και την επακόλουθη αξιολόγηση και έγκριση από τον ΕΟΠΥΥ, μια διαδικασία που θα διαρκέσει περίπου 2 με 3 εβδομάδες. Η κάθε θετική απόφαση του ΕΟΠΥΥ για ένα φάρμακο ανοσοθεραπείας θα ισχύει για 6 με 8 συνεδρίες, δηλαδή περίπου 6 μήνες. Αμέσως μετά την έγκριση ο ασθενής παραλαμβάνει το φάρμακό του από συγκεκριμένα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ.
Εμβόλιο mRNA
Τον Σεπτέμβριο του 2024, παρουσιάστηκε στο πανευρωπαϊκό συνέδριο ογκολογίας μια μικρή μελέτη που αφορά την πιθανότητα στο μέλλον να αντιμετωπισθεί ο καρκίνος με τα εμβόλια mRNA. Η χρήση εμβολίων είναι ένας δεύτερος τρόπος ανοσοθεραπείας και κυρίως, όπως φαίνεται από τα νεότερα δεδομένα που ανακοινώθηκαν μέσα στο 2024, τα αποκαλούμενα εμβόλια mRNA.
Το εμβόλιο είναι βιολογικό παρασκεύασμα που έχει στόχο να ευαισθητοποιήσει το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού μας έναντι συγκεκριμένων παθογόνων μικροοργανισμών, ώστε να είναι σε θέση να τους αναγνωρίσει και να τους σκοτώσει. Τα εμβόλια mRNA είχαν μια εντυπωσιακά γρήγορη εξέλιξη κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 και φαίνεται πως ανάλογη εφαρμογή μπορούν να έχουν και στην θεραπεία του καρκίνου.
Η συγκεκριμένη ανοσοθεραπεία λειτουργεί παρουσιάζοντας στο ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών κάποια χαρακτηριστικά του καρκινικού κυττάρου, εκπαιδεύοντάς το με αυτόν τον τρόπο να αναγνωρίζουν και να καταπολεμούν τα καρκινικά κύτταρα που εκφράζουν αυτά τα χαρακτηριστικά. Είναι μια ακόμα υπό έρευνα μορφή ανοσοθεραπείας, η οποία εφαρμόζεται παράλληλα με την χορήγηση των αναστολέων του ανοσοποιητικού σημείου ελέγχου (Keytruda) αλλά προς το παρόν χρησιμοποιείται μόνο σε κάποιες περιορισμένες κλινικές μελέτες και θα χρειαστούν κάποια χρόνια για να βρεθούν διαθέσιμα για όλους τους καρκινοπαθείς εφόσον βέβαια, οι κλινικές μελέτες επιβεβαιώσουν την αποτελεσματικότητά τους.
Συμπέρασμα
Η ανοσοθεραπεία αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη θεραπεία κατά του καρκίνου, που ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα για να καταπολεμήσει τα καρκινικά κύτταρα αντί να τα στοχεύει απευθείας. Αποτελεί μια σημαντική θεραπευτική επιλογή με υψηλά ποσοστά επιτυχίας και χαμηλό κίνδυνο σοβαρών παρενεργειών. Συνιστάται στενή παρακολούθηση από τον ογκολόγο για την έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση πιθανών παρενεργειών, διασφαλίζοντας έτσι τη βέλτιστη ποιότητα ζωής των ασθενών.

