Ο όρος καρκίνος στον εγκέφαλο αναφέρεται στην παρουσία ενός κακοήθους όγκου είτε μέσα στον εγκέφαλο είτε στις γύρω δομές που περιβάλλουν τον εγκέφαλο, όπως οι μήνιγγες.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τον βασικό διαχωρισμό ανάμεσα στον πρωτοπαθή καρκίνο (όγκο) εγκεφάλου και στον μεταστατικό καρκίνο στον εγκέφαλο:
Πρωτοπαθής καρκίνος εγκεφάλου: Ξεκινά να αναπτύσσεται απευθείας στον εγκέφαλο, από τα ίδια τα κύτταρα του εγκεφάλου ή των ιστών που τον περιβάλλουν (όπως τα νευρογλοιακά κύτταρα ή οι μήνιγγες). Παραδείγματα είναι το γλοιοβλάστωμα, το αστροκύττωμα και το μηνιγγίωμα (το οποίο είναι συνήθως καλοήθες, αλλά μπορεί να έχει επιθετική συμπεριφορά).
Μεταστατικός καρκίνος εγκεφάλου: Πρόκειται για έναν καρκίνο που αναπτύχθηκε σε κάποιο άλλο όργανο του σώματος, όπως ο πνεύμονας, ο μαστός, το έντερο κ.ά. και μέσω της αιματικής κυκλοφορίας τα καρκινικά κύτταρα μεταφέρθηκαν στον εγκέφαλο όπου ανέπτυξαν δευτεροπαθείς (μεταστατικές) εστίες καρκίνου.
Η σωστή διάγνωση και ο καθορισμός του τύπου και της προέλευσης του καρκίνου είναι σημαντικά για την επιλογή της σωστής θεραπευτικής προσέγγισης.
Ο όρος «καρκίνος στο κεφάλι» ή «όγκος στο κεφάλι» χρησιμοποιείται συχνά στη γενική καθημερινή ομιλία, αλλά δεν είναι ιατρικός όρος. Δεν υποδεικνύει τον τύπο καρκίνου που αντιμετωπίζουμε και συνήθως προκαλεί σύγχυση, διότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές «καρκίνου ή όγκου στο κεφάλι» που έχουν τελείως διαφορετική πρόγνωση, συμπτώματα και θεραπεία.
Οι όροι «όγκος εγκεφάλου» και «καρκίνος εγκεφάλου» χρησιμοποιούνται συχνά σαν να σημαίνουν το ίδιο, όμως στην πραγματικότητα δεν είναι ταυτόσημοι.
Ο όγκος εγκεφάλου (ή νεόπλασμα του εγκεφάλου) είναι οποιαδήποτε μάζα κυττάρων αναπτύσσεται στον εγκέφαλο ή γύρω από αυτόν. Μπορεί να είναι καλοήθης εγκεφαλικός όγκος (π.χ. μηνιγγίωμα, όγκος υπόφυσης) ή κακοήθης όγκος εγκεφάλου (δηλαδή καρκίνος εγκεφάλου), όπως το γλοιοβλάστωμα.
Ο όρος «καρκίνος εγκεφάλου» αναφέρεται ειδικά στους κακοήθεις όγκους, είτε για πρωτοπαθή είτε για μεταστατικό καρκίνο εγκεφάλου. Είναι επομένως μία υποκατηγορία του συνόλου των όγκων – και συγκεκριμένα η πιο σοβαρή.
Στατιστικά, οι καλοήθεις όγκοι είναι πολύ πιο συχνοί (70-75%) από τους κακοήθεις όγκους (25-30%).
Αν και στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι όγκοι του εγκεφάλου έχουν άγνωστη αιτία ανάπτυξης, σε κάποιες περιπτώσεις οφείλονται:
Οι μεταστάσεις στον εγκέφαλο είναι η συχνότερη κακοήθεια εγκεφάλου (70%).
Οι συχνότερες πηγές μεταστάσεων είναι:
Ο καρκίνος του εγκεφάλου μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα ήδη από τα πρώτα στάδια, αλλά συχνά οι ασθενείς δεν τα αναγνωρίζουν ή τα παραβλέπουν καθώς είναι συνηθισμένα στην καθημερινότητα και συχνά αποδίδονται σε άγχος ή στρες, έλλειψη ύπνου ή απλή εξάντληση.
Συμπτώματα που μπορεί να σχετίζονται με όγκο εγκεφάλου:
Τα συμπτώματα και η σταδιοποίηση των όγκων του εγκεφάλου δεν σχετίζονται άμεσα μεταξύ τους.
Η σταδιοποίηση σε όλους τους υπόλοιπους τύπους καρκίνου, εκτός από τον καρκίνο στον εγκέφαλο, προσδιορίζει την έκταση εξάπλωσης του καρκίνου στο σώμα.
Οι όγκοι του εγκεφάλου δεν σταδιοποιούνται όπως οι περισσότεροι άλλοι καρκίνοι.
Αντί για σταδιοποίηση, ταξινομούνται βάσει του βαθμού κακοήθειας (grade) που βασίζεται κυρίως στα ιστολογικά και μοριακά χαρακτηριστικά., ο οποίος αντικατοπτρίζει το πόσο γρήγορα αναπτύσσονται και πόσο πιθανό είναι να επεκταθούν.
Οι βαθμοί των όγκων του εγκεφάλου κυμαίνονται από Grade 1 έως Grade 4, με τους υψηλότερους βαθμούς να υποδηλώνουν πιο επιθετική ανάπτυξη και μεγαλύτερη πιθανότητα διήθησης σημαντικής έκτασης του εγκεφαλικού ιστού ή υποτροπής (επανεμφάνισης μετά από θεραπεία).
Η “ταξινόμηση” βοηθά τους ογκολόγους να επιλέξουν τη βέλτιστη θεραπευτική στρατηγική.
Τα συμπτώματα είναι οι κλινικές εκδηλώσεις που βιώνει ο ασθενής εξαιτίας της παρουσίας του όγκου.
Μπορεί μπορεί να περιλαμβάνουν πονοκεφάλους, επιληπτικές κρίσεις, διαταραχές όρασης, προβλήματα ισορροπίας ή βάδισης, μεταβολές στη συμπεριφορά ή την προσωπικότητα και άλλα.
Τα συμπτώματα διαφέρουν ανάλογα με την εντόπιση και το μέγεθος του όγκου.
Μπορεί να είναι ήπια ή έντονα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ο όγκος μπορεί να μην προκαλεί καθόλου συμπτώματα, ιδιαίτερα στα πρώιμα στάδια.
Η μοναδική σχέση που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στη σταδιοποίηση (Grade) και τα συμπτώματα είναι η σοβαρότητα και ταχύτητα εμφάνισης των συμπτωμάτων:
Η διάγνωση όγκου στον εγκέφαλο είναι μια πολύπλοκη διαδικασία που συνδυάζει κλινική εξέταση, προηγμένες απεικονιστικές τεχνικές και ιστολογική επιβεβαίωση.
Κλινική Εξέταση, η οποία εστιάζει :
Συνήθως η ιατρική ειδικότητα που πρώτη θα κάνει την κλινική αξιολόγηση συμπτωμάτων που αναφέρει ο ασθενής είναι ο νευρολόγος, ο οποίος μετά την κλινική εξέταση θα παραπέμψει τον ασθενή για απεικονιστικές εξετάσεις και συχνότερα για μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου. Εφόσον η μαγνητική εγκεφάλου αναδείξει την ύπαρξη όγκου στον εγκέφαλο, ο ασθενής πρέπει να ζητήσει άμεσα τη βοήθεια νευροχειρουργού ο οποίος και θα οδηγήσει τον ασθενή στην τελική διάγνωση και χαρακτηρισμό του όγκου και πιθανώς και στην χειρουργική του εξαίρεση, τη βιοψία και επομένως στον ιστολογικό και μοριακό χαρακτηρισμό του όγκου.
Απεικονιστικός Έλεγχος
Η Μαγνητική Τομογραφία Εγκεφάλου (MRI) με εξειδικευμένες τεχνικές, είναι η βασική εξέταση για την αξιολόγηση όγκων εγκεφάλου καθώς εκτιμά με μεγάλη ακρίβεια το μέγεθος, τη θέση, τη σχέση του με κρίσιμες δομές, την παρουσία οιδήματος, αιμορραγίας και την έκταση διήθησης.
Η Αξονική Τομογραφία Εγκεφάλου (CT), μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάποιες περιπτώσεις, όπως σε επείγουσες καταστάσεις ή σε ανθρώπους που δεν μπορούν να υποβληθούν σε μαγνητική τομογραφία (μεταλλικά εμφυτεύματα, βηματοδότη κ. ά)
Ιστολογική Επιβεβαίωση – Βιοψία
Η βιοψία (λήψη μέρους ή ολόκληρου του όγκου) είναι το μόνο μέσο οριστικής διάγνωσης του τύπου του όγκου και μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε με χειρουργική αφαίρεση (κρανιοτομία) σε όγκους προσβάσιμους όταν υπάρχει δυνατότητα ριζικής εξαίρεσης είτε μέσω στερεοτακτικής βιοψίας με ειδικό σύστημα καθοδήγησης MRI/CT, για δύσκολες περιοχές.
Τι αποκαλύπτει η ιστολογική ανάλυση;
Στο υλικό της βιοψίας σχεδόν πάντα πραγματοποιείται και ο μοριακός έλεγχος του όγκου καθώς από το 2021, η μοριακή ταξινόμηση των όγκων αποτελεί βασικό εργαλείο για τη θεραπευτική στρατηγική.
Η αντιμετώπιση του καρκίνου στον εγκέφαλο εξαρτάται από τον ιστολογικό τύπο του όγκου, τη θέση, τον βαθμό κακοήθειας και τη γενική κατάσταση του ασθενούς. Στις περισσότερες περιπτώσεις εφαρμόζεται συνδυαστική θεραπεία με στόχο την αφαίρεση ή τον έλεγχο του όγκου και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Όταν ο όγκος είναι προσβάσιμος, επιχειρείται ριζική ή μερική αφαίρεση. Η χειρουργική επέμβαση είναι συχνά το πρώτο βήμα, ιδίως σε γλοιοβλάστωμα, μηνιγγίωμα ή ολιγοδενδρογλοίωμα.
Η ακτινοθεραπεία εφαρμόζεται μετά τη χειρουργική ή σε μη χειρουργήσιμους όγκους. Χρησιμοποιήται στοχευμένη ακτινοβολία με σκοπό να καταστραφούν τα καρκινικά κύτταρα και να επηρεαστεί στο ελάχιστο ο υγιής εγκέφαλος.
Η χημειοθεραπεία αποτελεί ακόμα σήμερα τη βασική συστηματική θεραπεία, όχι τόσο λόγω της αποτελεσματικότητας της αλλά κυρίως λόγω της έλλειψης νέων φαρμακευτικών προσεγγίσεων. Η τεμοζολομίδη είναι το πιο συχνό φάρμακο, ειδικά στο γλοιοβλάστωμα. Χορηγείται από το στόμα και συνήθως συνδυάζεται με ακτινοθεραπεία.
Σε ορισμένους όγκους, η θεραπεία βασίζεται σε γενετικές μεταλλάξεις (π.χ. IDH1, MGMT). Σήμερα, ο μοριακός έλεγχος και η μοριακή ταξινόμηση του όγκου επιτρέπει την εφαρμογή εξατομικευμένης θεραπείας.
Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μπορεί να χορηγηθεί ανοσοθεραπεία, η οποία παρά το ότι χρησιμοποιείται ευρέως σε πολλούς τύπους καρκίνου, σε ότι αφορά τους όγκους εγκεφάλου βρίσκεται ακόμα στα “πρώτα της βήματα”.
Η θεραπεία CAR-T (Chimeric Antigen Receptor T-cell) αποτελεί μια μορφή ανοσοθεραπείας όπου τροποποιούνται τα ίδια τα Τ-λεμφοκύτταρα του ασθενούς για να “εντοπίσουν και να καταστρέψουν” τα καρκινικά κύτταρα. Παρά την επιτυχία στον αιματολογικό καρκίνο, η εφαρμογή της σε συμπαγείς νεοπλασίες στον εγκέφαλο (όπως glioblastoma και diffuse midline glioma) είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο, αλλά αποδεικνύεται πολλά υποσχόμενη.
Η τοπική θεραπεία (Local Therapy – LT) αναφέρεται σε θεραπείες που εφαρμόζονται άμεσα στην περιοχή του όγκου στον εγκέφαλο. Στόχος είναι να ξεπεραστούν τα εμπόδια του αιματοεγκεφαλικού φραγμού και να περιοριστεί η υποτροπή που, στο 80% των περιπτώσεων, εμφανίζεται πολύ κοντά στην περιοχή της αρχικής χειρουργικής αφαίρεσης ή ακτινοβόλησης.
Παγκοσμίως, διάφορα ογκολογικά κέντρα, αρχίζουν σιγά σιγά να υποστηρίζουν, να μελετούν και να εφαρμόζουν, παράλληλα με την τυπική και εγκεκριμένη θεραπεία, κυρίως τρεις συμπληρωματικές θεραπευτικού ή υποστηρικτικού τύπου προσεγγίσεις, οι οποίες είναι η υψηλής δόσης ενδοφλέβια βιταμίνη C, η κετογονική διατροφή και η φαρμακευτική κάνναβη.
Παρά το ότι υπάρχουν σε παγκόσμιο επίπεδο, ένθερμοι υποστηρικτές της αποτελεσματικότητας αυτών των τριών μεθόδων, στην αντιμετώπιση των όγκων εγκεφάλου, οι μελέτες που αξιολογούν την αποτελεσματικότητα τους είναι περιορισμένες και επομένως δεν συμπεριλαμβάνονται στις παγκόσμιες κατευθυντήριες οδηγίες.
Μιλήστε με τον ογκολόγο σας και ενημερωθείτε από έγκυρες επιστημονικές ιστοσελίδες για την επίδραση των μεθόδων αυτών, αποκλειστικά και μόνον παράλληλα με την τυπική και εγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή, στην αντιμετώπιση των όγκων του εγκεφάλου. Στο άρθρο “Μη Φαρμακευτική Υποστηρικτική Αγωγή Όγκων Εγκεφάλου” θα προσπαθήσουμε να συγκεντρώσουμε τα έως τώρα παγκόσμια δεδομένα που αφορούν αυτές τις τρεις συμπληρωματικές προσεγγίσεις.
Η πρόγνωση του καρκίνου στον εγκέφαλο εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: τον ιστολογικό τύπο και το grade του όγκου, τη θέση στον εγκέφαλο, τη δυνατότητα χειρουργικής αφαίρεσης, την ηλικία και γενική κατάσταση υγείας του ασθενούς, καθώς και τα μοριακά χαρακτηριστικά του όγκου.
Όγκοι με Καλύτερη Πρόγνωση
Η πρόγνωση των πρωτοπαθών ή μεταστατικών όγκων του εγκεφάλου εξαρτάται εκτός από τα ιστολογικά χαρακτηριστικά και και από την ανατομική εντόπιση του όγκου. Η θέση του όγκου στον εγκέφαλο καθορίζει όχι μόνο τα συμπτώματα, αλλά και τις δυνατότητες χειρουργικής αφαίρεσης, την ανταπόκριση στη θεραπεία και τη συνολική επιβίωση.
Ο καρκίνος του εγκεφάλου δεν επηρεάζει μόνο τη σωματική υγεία, αλλά συχνά διαταράσσει βαθιά και την ψυχική υγεία, την ποιότητα ζωής και τη λειτουργικότητα του ασθενούς. Μια “συνολική προσέγγιση” του ασθενούς μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την καθημερινότητά του ασθενούς και της οικογένειάς του.
Στόχος της συνολικής προσέγγισης:
Να αντιμετωπίζεται ο ασθενής ως σύνολο – όχι μόνο η ασθένεια του εγκεφάλου, αλλά και οι σωματικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και πνευματικές διαστάσεις της ύπαρξής του.
Τι Περιλαμβάνει η Συνολική Προσέγγιση: