Ο καρκίνος ενδομητρίου είναι η πιο συχνή μορφή γυναικολογικής κακοήθειας στις ανεπτυγμένες χώρες, επηρεάζοντας κυρίως μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Παρόλο που η συχνή (75%) πρώιμη διάγνωσή του αυξάνει θεαματικά τα ποσοστά ίασης, τα συμπτώματα συχνά συγχέονται με κάποιες καλοήθης παθήσεις όπως η ενδομητρίωση ή η υπερπλασία ενδομητρίου (παχύνση ενδομητρίου). Σε αυτόν το άρθρο, θα αναλύσουμε τα αίτια, τα στάδια, τις διαγνωστικές μεθόδους, τη θεραπεία και την πρόγνωση του καρκίνου ενδομητρίου. Παράλληλα, θα απαντήσουμε σε κρίσιμα ερωτήματα όπως αν ο καρκίνος της μήτρας φαίνεται στον υπέρηχο και ποια είναι η σχέση του με τις καλοήθεις παθήσεις του ενδομητρίου.
Ο καρκίνος ενδομητρίου είναι ένας κακοήθης όγκος που αναπτύσσεται στο ενδομήτριο, δηλαδή στο εσωτερικό του τοιχώματος της μήτρας. Αποτελεί τον συχνότερο γυναικολογικό καρκίνο στις ανεπτυγμένες χώρες και εμφανίζεται κυρίως σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Ο όρος “ca ενδομητρίου” χρησιμοποιείται συχνά στην ιατρική ορολογία για να περιγράψει αυτό τον τύπο καρκίνου.
Το ενδομήτριο είναι το στρώμα που επενδύει εσωτερικά την κοιλότητα της μήτρας και υφίσταται κυκλικές αλλαγές κατά τη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου (της περιόδου). Κατά την αναπαραγωγική ηλικία, σε κάθε κύκλο αυξάνεται το πάχος του ως αντίδραση στα οιστρογόνα, ώστε να υποδεχθεί ενδεχόμενη κύηση. Αν δεν υπάρξει εγκυμοσύνη, το πάχος του ενδομητρίου μειώνεται και ένα μέρος του αποβάλλεται με την έμμηνο ρύση. Όταν υπάρχει συχνή παθολογική πάχυνση ενδομητρίου, όπως π.χ. σε χρόνιες ανωοθυλακιορρηξίες ή σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου ενδομητρίου.
Εμφανίζεται συχνότερα στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, κατά μέσο όρο σε ηλικία 60 ετών. Ανά 100.000 γυναίκες, περίπου 15 θα εμφανίσουν καρκίνο ενδομητρίου. Το 75% όμως θα διαγνωστεί σε αρχικό στάδιο και θα οδηγηθεί σε πλήρη ίαση με την κατάλληλη θεραπεία.
Η ενδομητρίωση αποτελεί μια καλοήθη αλλά χρόνια φλεγμονώδη νόσο, υπάρχουν σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες η παρατεταμένη ύπαρξή της μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για ανάπτυξη κακοήθειας, κυρίως στις ωοθήκες. Η συσχέτιση «ενδομητρίωση καρκίνος» παρατηρείται εξαιρετικά σπάνια στον καρκίνο του ενδομητρίου, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως, ειδικά σε γυναίκες με μακροχρόνια οιστρογονική διέγερση ή άλλους συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου.
Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων παίζει καθοριστικό ρόλο στην έγκαιρη διάγνωση και την επιτυχημένη αντιμετώπιση της νόσου.
Καρκίνος ενδομητρίου – Συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοούνται:
Τα συμπτώματα του καρκίνου του ενδομητρίου συχνά εμφανίζονται νωρίς και είναι εύκολα αναγνωρίσιμα. Το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι η μη φυσιολογική κολπική αιμορραγία, ειδικά σε γυναίκες που έχουν ήδη περάσει στην εμμηνόπαυση.
Συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν:
Αυτά τα συμπτώματα δεν σημαίνουν πάντα ότι υπάρχει καρκίνος της μήτρας, αλλά απαιτούν άμεση ιατρική αξιολόγηση, ειδικά εάν επιμένουν ή επαναλαμβάνονται.
Η ενδομητρική πάχυνση, δηλαδή η υπερβολική ανάπτυξη του ενδομητρίου, μπορεί να είναι καλοήθης (π.χ. υπερπλασία) ή προκαρκινική κατάσταση. Τα συμπτώματα της ενδομητρικής πάχυνσης είναι παρόμοια με εκείνα του καρκίνου ενδομητρίου, κυρίως:
Είναι σημαντικό, η ενδομητρική υπερπλασία να διαγνωστεί εγκαίρως, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξελιχθεί σε καρκίνο του ενδομητρίου.
Ο όρος καρκίνος ενδομητρίωσης αναφέρεται σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις όπου εστίες ενδομητρίωσης εξελίσσονται σε κακοήθεια. Αυτό δεν είναι σύνηθες, αλλά έχει αναφερθεί κυρίως σε καρκίνους των ωοθηκών με ιστορικό ενδομητρίωσης. Τα συμπτώματα καρκίνου ενδομητρίωσης μπορεί να περιλαμβάνουν:
Οποιαδήποτε μη φυσιολογική αιμορραγία, ιδιαίτερα σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, θα πρέπει να διερευνάται άμεσα με υπερηχογράφημα, εξέταση του πάχους του ενδομητρίου και, αν χρειαστεί, βιοψία. Η πρώιμη διάγνωση οδηγεί σε πολύ καλύτερα αποτελέσματα θεραπείας.
Η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του ενδομητρίου αποτελεί καθοριστικό βήμα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου. Ο καρκίνος της μήτρας (με κωδικό ICD-10: C54 για τον καρκίνο του ενδομητρίου) θα διαγνωστεί με συγκεκριμένες διαγνωστικές εξετάσεις, εκ των οποίων οι σημαντικότερες είναι το υπερηχογράφημα και η βιοψία ενδομητρίου.
Μπορεί να φανεί ο καρκίνος της μήτρας στον υπέρηχο;
Ο καρκίνος της μήτρας φαίνεται στον υπέρηχο στις περισσότερες περιπτώσεις, ιδίως όταν αφορά το ενδομήτριο. Το ενδοκολπικό υπερηχογράφημα είναι η πρώτη εξέταση που χρησιμοποιείται, καθώς προσφέρει σαφή εικόνα του ενδομητρίου και μπορεί να αποκαλύψει:
Αυξημένο πάχος ενδομητρίου >4-5 mm σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, θεωρείται ύποπτο
Η φράση “καρκίνος ενδομητρίου υπερηχογράφημα” αποτελεί συχνή αναζήτηση στο διαδίκτυο από γυναίκες που παρουσιάζουν ανώμαλες αιμορραγίες. Είναι όμως σημαντικό να γνωρίζουν πως, παρότι ο υπέρηχος προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες, δεν είναι από μόνος του διαγνωστικός.
Η βιοψία ενδομητρίου είναι η μόνη εξέταση που θα επιβεβαιώσει ή θα αποκλείσει οριστικά τη διάγνωση του καρκίνου. Πρόκειται για την αφαίρεση μικρού δείγματος ενδομητρικού ιστού, το οποίο στη συνέχεια εξετάζεται στο μικροσκόπιο. Η βιοψία μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους:
Η διάγνωση του καρκίνου ενδομητρίου τίθεται μόνο μέσω ιστολογικής εξέτασης, όπου καταγράφεται ο τύπος, ο βαθμός διαφοροποίησης και η πιθανή διήθηση παρακείμενων ιστών.
Αν και δεν υπάρχουν ειδικοί αιματολογικοί δείκτες (tumor markers) αποκλειστικά για τον καρκίνο του ενδομητρίου, σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιείται ένας μη ειδικός καρκινικός δείκτης, το:
Οι καρκινικοί δείκτες δεν χρησιμοποιούνται τόσο για τη διάγνωση, αλλά κυρίως βοηθούν στην παρακολούθηση και στην αξιολόγηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.
Μετά την επιβεβαίωση της διάγνωσης του καρκίνου ενδομητρίου, ακολουθεί η διαδικασία της σταδιοποίησης, δηλαδή η αξιολόγηση της συνολικής έκτασης του καρκίνου του ενδομητρίου, τόσο στην ίδια τη μήτρα και στους γύρω από αυτή ιστούς όσο και σε απομακρυσμένα όργανα όπως στους πνεύμονες. Η σταδιοποίησης θα καθορίσει το στάδιο του συγκεκριμένου καρκίνου που αντιμετωπίζουμε. Το στάδιο του καρκίνου του ενδομητρίου είναι ο βασικός παράγοντας που θα καθορίσει τις θεραπευτικές μας επιλογές.
Η κατάταξη κατά FIGO (Διεθνής Ομοσπονδία Γυναικολογίας και Μαιευτικής) ορίζει 4 στάδια καρκίνου του ενδομητρίου, με βάση τη συνολική του έκταση.
Ο καρκίνος περιορίζεται στο σώμα της μήτρας. Υποδιαιρείται σε:
Πρόγνωση: Η 5ετής επιβίωση ξεπερνά το 90%.
Ο όγκος έχει επεκταθεί στον τράχηλο της μήτρας, χωρίς να διηθεί παρακείμενους ιστούς.
Πρόγνωση: Η 5ετής επιβίωση κυμαίνεται στο 70–80%.
Ο καρκίνος εξαπλώνεται έξω από τη μήτρα αλλά παραμένει εντός της πυέλου. Υποδιαιρείται σε:
Πρόγνωση: Η 5ετής επιβίωση κυμαίνεται από 40–60%, ανάλογα με την υποομάδα.
Ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί εκτός της πυέλου:
Πρόγνωση: Η 5ετής επιβίωση στο στάδιο 4 είναι περίπου 15–25%.
Ο μεταστατικός καρκίνος ενδομητρίου είναι ο καρκίνος που ξεκίνησε να αναπτύσσεται στο ενδομήτριο και στη συνέχεια εξαπλώθηκε εκτός της μήτρας, σε λεμφαδένες ή απομακρυσμένα όργανα όπως οι πνεύμονες ή το ήπαρ. Απαιτεί πιο επιθετική και συνδυαστική θεραπεία η οποία συχνά περιλαμβάνει τη συστηματική θεραπεία (χημειοθεραπεία, στοχευμένη θεραπεία, ανοσοθεραπεία, ορμονοθεραπεία) και τοπικές θεραπείες (μεταστασεκτομή, ακτινοθεραπεία, εμβολισμό, θερμική κατάλυση, HIPEC ή PIPEC).
Η θεραπεία του καρκίνου του ενδομητρίου καθορίζεται από:
Πρόκειται για έναν τύπο καρκίνου με γενικά καλή πρόγνωση όταν διαγνωσθεί σε πρώιμο στάδιο, γι’ αυτό η έγκαιρη θεραπευτική παρέμβαση είναι καθοριστική για την έκβαση.
Η χειρουργική θεραπεία αποτελεί τη βασική μορφή αντιμετώπισης για την πλειοψηφία των περιπτώσεων καρκίνου ενδομητρίου, ειδικά όταν η νόσος βρίσκεται σε αρχικά στάδια. Η επέμβαση περιλαμβάνει:
Η επιλογή της χειρουργικής προσπέλασης εξαρτάται από την εμπειρία της χειρουργικής ομάδας, το στάδιο της νόσου, την ηλικία και τη γενική κατάσταση της υγείας της ασθενούς.
Η ανοιχτή υστερεκτομή πραγματοποιείται μέσω μιας τομής στο κατώτερο μέρος της κοιλιάς. Προτιμάται όταν:
Η λαπαροσκοπική υστερεκτομή είναι μια ελάχιστα επεμβατική χειρουργική μέθοδος κατά την οποία η μήτρα αφαιρείται μέσω μικρών τομών (5-10 χιλιοστά) στην κοιλιά, με τη χρήση ειδικής κάμερας και εργαλείων.
Η λεμφαδενεκτομή (αφαίρεση λεμφαδένων) είναι βασικό μέρος της σταδιοποίησης και βοηθά στην εκτίμηση της συνολικής διασποράς του καρκίνου.
Η απόφαση για λεμφαδενικό καθαρισμό εξαρτάται από:
Η ανάγκη για συμπληρωματική θεραπεία (ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία, στοχευμένη θεραπεία ή ορμονική θεραπεία) εξαρτάται από την πιθανότητα υποτροπής και την επιθετικότητα της νόσου.
Η ακτινοθεραπεία μειώνει τον κίνδυνο τοπικής υποτροπής, ειδικά σε γυναίκες με διήθηση του μυομητρίου, υψηλό grade ή μη ενδομητριοειδείς ιστολογικούς τύπους.
Η χημειοθεραπεία αποτελεί βασική επιλογή σε προχωρημένα στάδια (στάδιο ΙΙΙ–IV), σε καρκίνο με υψηλό βαθμό διαφοροποίησης (Grade 3) και σε μη ενδομητριοειδείς ιστολογικούς τύπους.
Χορηγούνται συνδυασμοί φαρμάκων:
Η ορμονική θεραπεία χρησιμοποιείται σε:
Προγεσταγόνα, όπως το medroxyprogesterone acetate ή το megestrol acetate, χρησιμοποιούνται είτε ως μονοθεραπεία είτε συνδυαστικά με άλλες θεραπείες.
Οι θεραπευτικές εξελίξεις στον καρκίνο του ενδομητρίου περιλαμβάνουν καινοτόμες θεραπείες, όπως:
Η μοριακή ταυτοποίηση του όγκου αλλάζει πλέον το θεραπευτικό τοπίο και δίνει δυνατότητα για εξατομικευμένη και ιδιαίτερα αποτελεσματική θεραπεία.
Η υποτροπή αποκαλείται η επανεμφάνιση του καρκίνου μετά από την ολοκλήρωση της θεραπείας. Μπορεί να παρουσιαστεί μήνες ή και αρκετά χρόνια μετά την αρχική διάγνωση και θεραπεία. Εμφανίζεται είτε τοπικά στη πυελική περιοχή είτε σε κάποιο απομακρυσμένο όργανο (πνεύμονες, ήπαρ, οστά). Η αντιμετώπισή της εξαρτάται από τη θέση, το χρονικό διάστημα από τη διάγνωση και την αρχική θεραπεία και τη γενική κατάσταση της ασθενούς. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, εφαρμόζονται:
Παρότι συχνά ο καρκίνος του ενδομητρίου διαγιγνώσκεται σε πρώιμο στάδιο, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πώς μπορούμε να περιορίσουμε τον κίνδυνο εμφάνισής του.
Η εμφάνιση του καρκίνου ενδομητρίου (Ca ενδομητρίου) συνδέεται με συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου, που διακρίνονται σε τροποποιήσιμους και μη τροποποιήσιμους.
Πρόληψη του Καρκίνου του Ενδομητρίου – Τι Μπορώ να Κάνω;
Η πρόληψη στον καρκίνο ενδομητρίου απαιτεί ενεργή συμμετοχή της γυναίκας με:
Η έλλειψη συμπτωμάτων δεν αποκλείει την παρουσία νόσου – η κολπική αιμορραγία μετά την εμμηνόπαυση πρέπει να διερευνάται άμεσα.
Γυναίκες με:
πρέπει να απευθυνθούν σε γυναικολόγο για γενετικό έλεγχο, τακτική παρακολούθηση και πιθανώς προφυλακτική υστερεκτομή μετά την ολοκλήρωση της τεκνοποίησης.